Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

4.




Με δέουσα λαμπρότητα τιμήθηκε από νωρίς το πρωί ο υπερήρωας-πολιούχος του Γκόθαμ, Mπατμαν. Μέσα σε κλίμα κατάνυξης εψάλη ο ύμνος που έγραψε μετά τον άδικο χαμό του η τότε αγαπημένη του Bat For Lashes χοροστατούντος του ιδρυτή της πόλης Τσακ, όλων των αρχών της πόλης, σούπερ ηρώων, σχολείων, παραδοσιακών σχολών, Άη Βασίλη και πλήθους ταματάρηδων.
-         Αντρέα ξύπνα, θα αργήσουμε! λέει η κα Μάρθα και τρέχει γρήγορα προς την κουζίνα να βγάλει τη μισοκαμένη πίτα, σε σχήμα νυχτερίδας, απ’ το φούρνο.
-         Μαμάααα είναι έτοιμα τα ρούχα μου;
-         Ναι αγόρι μου.
Από τα χαράματα σιδέρωνε τα ρούχα για τη σημερινή τελετή. Όλα ήταν έτοιμα, η «μαύρη λαίλαπα» του γιου και τα δικά της… το ατσαλάκωτο πέτσινο κορμάκι, το διχτυωτό καλσόν, οι μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες, η ροζ κονκάρδα Orgasmo, το κολιέ από κοκαλάκια νυχτερίδας… όλα δώρα του αδικοχαμένου ήρωα και άντρα της Χαραλάμπη.
-         Δεν έχει τάμα για φέτος, κά η κε… ψέλλισε κλαμένη η κα Μάρθα.
Πίστευε ότι κάποια μέρα, οι γιοι και ο αγαπημένος της σύζυγος θα επέστρεφαν σπίτι γι’ αυτό κάθε χρόνο ετοίμαζε πίτα ως τάμα για την φανέρωσή τους. Αλλά μετά τα τελευταία λόγια των Νέμπιας άρχισε να χάνει της ελπίδες της.
-         Μαμάαααα, κάποιος χτυπάει την πόρτα.
-         Αντρέα, παιδί μου, τι έγινε;
Δεν είχε καταλάβει τίποτα, ήταν τόσο απορροφημένη σχεδόν εξαϋλωμένη. Έτρεξε στην πόρτα να ανοίξει και τι να δει!!!
-         Τάκη!!! Καιρούς και… 
-         Μάρθα, μη μιλάς. Την αγκαλιάζει… και της ψιθυρίζει: Με ζητάει το παιδί!
-         Τι εννοείς;
-         Θα σου πω, θα σου πω. Πού είναι ο Αντρέας;
-         Στο δωμάτιο του, ετοιμάζεται...
-         Αντρέααααα…!
-         Θείεεεεε! Απ’ τη χαρά του ο Αντρέας ποδοπάτησε τη μπέρτα του και βρέθηκε κατάχαμα να κοιτάει τις λασπωμένες μπότες του θείου του.
-         Αντρέα, ξέρω ότι με χρειάζεσαι!
-         Μα θείε, εγώ, δεν… να ξέρεις… η Έλλη…
-         Μη στεναχωριέσαι αγόρι μου…
-         Μάρθα, θα χρειαστώ τη βοήθειά σου! λέει ο θείος Τάκης, καθώς κάθεται στην πολυθρόνα και ανάβει ένα πούρο…
Η ατμόσφαιρα βαριά, έντονες μυρωδιές… απ’ τη μία το καμένο κέικ απ’ την άλλη τα ρούχα και οι μπότες του θείου… και αυτό το πούρο…;

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

3.



‘‘ Κάτοικιοι του Γθόκαμ ήθρε η ώρα να τειώσυλεομε με σας.
Κρυτετφίε, χταθείε στα λιαγμούα και στις ενέλεεις σλέπηις σας
Μια από ατυές τις μρέες , άμαυλοι  θα σας φμάε όολυς μζαί
Ατηνόοι πιμέναερτε εάμς να σας τραήκνουαουσμε, να πεάρι
μφορή και χώμρα η κοκμοαρίη κατιχεκκή σας ύξπαρη..’’

       Ανακαλύφθηκε το επόμενο πρωί από τους πρώτους διαβάτες που μαζεύτηκαν τριγύρω διστακτικά αλλά και γεμάτοι περιέργεια. Σκαλισμένο σε μια σχεδόν υπέρυθρη μεταλλική πλάκα ακριβώς κάτω από τον ανδριάντα του Μπάτμαν κι αποκρυπτογραφήθηκε τελικά το μήνυμα από τον κύριο Τάκη  τον μισότρελο βοσκό και θειο του Αντρέα.  Και συνέχιζε:

‘‘ Είμαστε οι Νέμπιας... σοφή τροφή των φόβων σας.
Πανάρχαιοι και παλαιοί, παντοδύναμοι και ισόθεοι
Πλάσματα της φαντασία σας και πιο πραγματικοί κι από τον ίδιο σας τον πόνο
ΧΑ !!Υπάρχετε γιατί σας αφήνουμε να ζήσετε – όμως όχι άλλο πια.!!!
Θα σας φάμε, θα σας εξαφανίσουμε όλους μαζί..
Καλέστε, φωνάξτε τους μίζερους Σούπερ ήρωές σας τον Σπαιντερμαν , τον Σούπερμαν, τον Ποπάι η τον μέγα -ας γελάσω- Τοξικό εκδικητή να δοκιμάσουν και αυτοί να σταθούν απέναντι μας !

Διαλιέξτε όμως: τον τρόμο και τον ολοκληρωτικό αφανισμό ή….την σωτηρία σας!!!

Απαλλαγείτε από την παρουσία μας για πάντα αποκαλύπτοντας το μεγάλο μυστικό της πόλης σας. Αποκαλύψτε μας τα ευρήματα των ανασκαφών και όλους εκείνους του τρελούς επιστήμονές σας και θα σας αφήσουμε να ζήσετε ειρηνικά όπως πρώτα, πληρώνοντας τους φόρους και τα χαράτσια σας…’’

    Ο κύριος Οικονόμου ο Δήμαρχος του Γκόθαμ κάλεσε έκτακτη συνέλευση εκείνο το βράδυ στο δημαρχείο - ένα παλιό ξύλινο αναγεννησιακό κτήριο καταμεσής της παλιάς πόλης -και διάβασε περίεργα ατάραχος το μήνυμα των Νέμπιας σε όλους τους πολίτες που αμίλητοι και φοβισμένοι έτρεμαν σαν τα φύλλα του δέντρου  που τα σαρώνει το ελαφρύ αεράκι..

-Διάλειμμα 5 λεπτών να πάρουμε αποφάσεις, αναφώνησε ο κ. Οικονόμου. 

Καμία απάντηση όλοι είχαν σαστίσει από τα λόγια των δαιμόνων.

Λίγο έξω απ’τα πολύβουα πηγαδάκια του  πλήθους ένας ψηλός ξερακιανός μεσήλικας με γυαλιά και σγουρή κοτσίδα στεκόταν όρθιος πίσω από το πλήθος και αφού έβαλε την εφημερίδα που κρατούσε ανάμεσα στα σκέλια του προσπάθησε, δοκίμασε, υπέθεσε να στρίψει ένα τσιγάρο !!

Αλίμονο όμως το Γκόθαμ ήταν η μοναδική πόλη του γνωστού κόσμου που απαγορευόταν το κάπνισμα δια ρόπαλου και δια νόμου. Δηλαδή τι απαγορευόταν....  .... πρακτικά κανένας δεν κάπνιζε. Αν κάπνιζες ήσουν δαίμονας η τρομοκράτης !

Και μόνο η αναφορά του- κι ας μην κάνω κατάχρηση της λέξης καλύτερα-προκαλούσε πανικό και τρόμο σαν να βλέπεις τους Νέμπιας μπροστά σου!

Αλλά τι ! Με μιας ο ψηλός τύπος εξαφανίστηκε μέσα σε χαχανητά και πυκνούς μοβ καπνούς που στροβιλισμένοι υψώθηκαν κατευθυνόμενοι προς τον ουρανό.

     Κάτω από το μνημείο του Μπάτμαν σκεπτικός ο Αντρέας   μισοδακρυσμένος ψιθύριζε το όνομα της Έλλης. Κάτι έπρεπε να κάνει. Αύριο θα γινόταν  το μνημόσυνο του Μπάτμαν.

 Ο Υπερήρωας έγινε ο πολιούχος του Γκόθαμ μετά την άνανδρη εξαΰλωσή του ανήμερα των γενέθλιων του. Μαζί του χάθηκε κι ο Οrgasmo που ήρθε να του ευχηθεί…

-Θειε Τάκη ! μουρμούρισε έκπληκτα αλλά συγκρατημένα ο Αντρέας σαν να ξύπνησε από ύπνο Βαθύ.

Μερικά χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης ο μισότρελος - μισοεπιστήμονας - μισοεφευρέτης ο μισοβοσκός θειος Τάκης με πέτρες, κοπριά, άχυρα, ξύλα, λαμαρίνες -κι ίσως όχι μόνο - συνέχιζε με αγωνία τις παλαβές του εφευρέσεις…


                                                          Συνεχίζεται...

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

2.


   -ΔΑΙΜΟΝΕΣ! Φώναξε η Έλλη δυνατά και ο κόσμος άρχισε πανικόβλητος να τρέχει να κρυφτεί. Η μυστηριώδης φιγούρα του άντρα, έγινε ξαφνικά ένας γκρίζος καπνός και άρχισε να πετάει πολύ γρήγορα πάνω από τα κεφάλια όλων. Ο Αντρέας προσπαθεί να περάσει ανάμεσα στους ανθρώπους που έτρεχαν να σώσουν την ζωή τους και να φτάσει την Έλλη. Την ίδια στιγμή παρατηρούσε τον καπνό του Δαίμονα που στροβιλιζόταν σε όλο τον χώρο με τεράστια ταχύτητα, όταν ξαφνικά… ο Δαίμονας έκανε βουτιά και σκέπασε την Έλλη. 
  -Οχιιιιιιιιι! Φώναξε ο Αντρέας μα ήταν πολύ αργά. Η Έλλη είχε εξαφανιστεί μέσα στον καπνό του Δαίμονα και η Κυρία Μάρθα ήδη τον έσερνε μέσα στο υπόγειο καταφύγιο του εμπορικού κέντρου.  
   Λίγη ώρα μετά ήταν στριμωγμένος με εκατοντάδες άλλους σιωπηλούς ανθρώπους μέσα στο σκοτάδι. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του.
   -Κάνεις φασαρία, ξέρεις ότι η Έλλη δεν θα ξαναγυρίσει. Του ψιθύρισε η Κυρία Μάρθα με ψυχρότητα. 
  Έτσι είχαν μάθει να ζουν στην Γκόθαμ πάνω από δυο δεκαετίες. Ήταν ένα ομιχλώδες πρωινό του Γενάρη όταν πρωτοεμφανίστηκαν αυτά τα πλάσματα. Άλλοι τα αποκαλούν Δαίμονες, άλλοι τα αποκαλούν Γκρίζους μα επίσημα λέγονται Νέμπιας. Οι Νέμπιας έχουν την μορφή γκρίζου καπνού, αλλά πολλές φορές παίρνουν την μορφή ανθρώπων είτε ζώων και ανακατεύονται με τους Ανθρώπους. Όποιος βρεθεί μέσα στον καπνό τους, εξαϋλώνεται. Από εκεί και πέρα λίγα πράγματα είναι γνωστά για τους Νέμπιας. Είναι άγνωστο το πώς πολλαπλασιάζονται… Δεν έχουν καν βρει ποιο είναι το αδύναμο σημείο τους. Στην αρχή πολλές ομάδες συστάθηκαν για να τα σκοτώσουν, μεταξύ των οποίων ο πατέρας του Αντρέα και τα δυο μεγάλα αδέρφια, αλλά η μοίρα όλων ήταν η ίδια. Τώρα πια η πόλη έχει μάθει να ζει με τον τρόμο. Όσο και να προσπαθούν να ξεχαστούν με ανούσια πράγματα της καθημερινής ζωής, έχουν τα μάτια τους ανοιχτά γιατί ξέρουν πως δίπλα τους, μπορεί να βρίσκεται ένας Νέμπιας με την μορφή ανθρώπου… ή με την μορφή του αδέσποτου γλυκού σκύλου που πλησιάζει για χάδια τους περαστικούς. Και όταν αποκαλυφθεί πως βρίσκονται ανάμεσα τους, όλοι τρέχουν να κρυφτούν σε καταφύγια που υπάρχουν υποχρεωτικά σε κάθε δημόσιο χώρο. Όχι πως τους παρέχουν ασφάλεια, έχουν σημειωθεί επιθέσεις σε καταφύγια, απλώς ξεγελάνε τον τρόμο τους. Όταν δε η ομίχλη πέσει, τότε κλείνονται στα σπίτια τους και η Γκόθαμ γίνεται μια πόλη φάντασμα αφού, με την μορφή καπνού, οι Νέμπιας είναι κυριολεκτικά αόρατοι και μπορούν να βρίσκονται οπουδήποτε. 
    Πίσω στο καταφύγιο που βρισκόταν ο Αντρέας, κανείς δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει μέσα στο σκοτάδι και την σιωπή. Κάποιος αποφάσισε να ανοίξει δειλά τις βαριές πόρτες, κοίταξε τριγύρω και αφού δεν είδε κανένα ίχνος από το Νέμπιας, έκανε νόημα στους υπόλοιπους να βγούνε. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα είχαν γυρίσει όπως πρώτα: Το ψεύτικο χιόνι, η άνοστη μουσική, η ηχητική εκείνη λάσπη. Και όμως για τον Αντρέα τίποτα πια δεν ήταν ίδιο. Η Έλλη είχε χαθεί για πάντα. Κοιτούσε τους ανθρώπους να ψωνίζουν σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
   -Μα πως μπορείτε να συνεχίζετε έτσι; Πως; Φώναξε μα κανείς δεν του έδωσε σημασία. Θα εκδικηθώ Έλλη για τον χαμό σου… Ψιθύρισε ανάμεσα στα δόντια του… Θα το δεις…



                                                                    …συνεχιζεται…

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

1.


Η κυρία-Μάρθα κοίταξε το τεράστιο, σκουρόχρωμο πανί που απλωνόταν μπροστά της. Ένοιωσε να την καταλαμβάνει η γνωστή απελπισία. Πάντα μισούσε το σιδέρωμα, αλλά η εβδομαδιαία αναμέτρηση της με την «μαύρη λαίλαπα», την έφερνε στα όριά της απόγνωσης. Η μάχη συχνά τελείωνε ισόπαλη, αφήνοντας εξαντλημένη τη μια, με κάνα δύο κρυφές, επίμονες ζάρες την άλλη. Δεν βαριέσαι, το παιδί να ‘ναι καλά… 
  Δίπλωσε ανάλαφρα το ύφασμα - δεν του αρέσει του παιδιού η τσάκιση - και το τακτοποίησε προσεκτικά πάνω στο κρεβάτι του, δίπλα στα υπόλοιπα: το σκούρο γυαλιστερό λύκρα κορμάκι με το λογότυπο καταμεσής στο στήθος, το ασορτί κολάν, το μαύρο βρακάκι με την χρυσαφένια ζώνη, τις ψηλές, εφαρμοστές, λουστρινένιες μπότες. 
   Ο Αντρέας, το παιδί, μισοξαπλωμένος στον καναπέ, σήκωσε τα μάτια του από την εφημερίδα, κοίταξε πρώτα τον λεκέ της υγρασίας στο ταβάνι, ύστερα τον γραβατωμένο στην οθόνη απέναντι, που χωρίς φωνή ανοιγόκλεινε το στόμα - να ρουφήξει λες όλον τον αέρα, να εξοντώσει τους συνομιλητές του δι’ ασφυξίας - κι έπειτα προβληματισμένος, χαμηλότερα, στο σωσίβιο που είχε αρχίσει να φουσκώνει γύρω από τη μέση του. «Πρέπει να ξαναρχίσω γυμναστική, γαμώ το μου, δεν πείθω κανέναν ότι θα σώσω τον κόσμο με τέτοια μπάκα… Κλεισμένα τα 40... Ξεφτίλα και πάλι ξεφτίλα… Τι να κάνεις, όμως; Δε λες πάλι καλά... Τέλος πάντων, ώρα μου είναι, καμιά φορά κολλάει το διάολο-μηχανάκι, δεν πάω δα και πετώντας…»
  Το Gotham City έλαμπε λουσμένο στα φώτα, τυλιγμένο σε αστραφτερές, γιορτινές γιρλάντες. Τόνοι ψεύτικο χιόνι στροβιλιζόταν μαλακά στον αέρα, κολλούσε σε χαρούμενα προσωπάκια παιδιών και αγχωμένων γονιών, για να καταλήξει σωριασμένο στις γωνίες, βρώμικο, άψυχο, πλαστικό … Η ίδια αίσθηση του πλαστικού, του ψεύτικου, πλανιόταν παντού. Την ρουφούσε κανείς με όλες του τις αισθήσεις: Στον αέρα, που δεκάδες μηχανάκια ψέκαζαν κάθε πέντε λεπτά με άρωμα «Festive Sense» - συνθετικό κανελογαρύφαλλο με μια νότα τζίντζερ, στην άνοστη μουσική, που ανακατεμένη με τους υπόλοιπους ήχους, δημιουργούσε μια αποχαυνωτική, μονότονη, ηχητική λάσπη, στον τρόπο που, με ψεύτικη φινέτσα, οι πωλήτριες άγγιζαν πελάτες και προϊόντα, στα βεβιασμένα χαμόγελα, στη γεύση του ταγγισμένου ποπ-κορν που έκαιγε στον λαιμό. 

  Ο Αντρέας ανέλαβε το πόστο του στη μέση του εμπορικού κέντρου. Πήρε την ανάλογη πόζα υπερήρωα, κι έπιασε να χαζεύει την Έλλη, που ρουθούνισε για να διώξει μια πλαστική χιονονιφάδα απ’ τη μύτη της, ενώ ταυτόχρονα ίσιωνε τα μουστάκια της και ετοιμαζόταν να περιλάβει τον επόμενο ενθουσιασμένο πιτσιρικά, χορεύοντας με ψεύτικη ευθυμία, ισορροπώντας στις πανύψηλες εφαρμοστές μαύρες μπότες της.
  Κάτω απ’ τη γατίσια μάσκα το στόμα της – κατακόκκινο – χαμογελούσε. Τα μάτια της, όμως…. Την πρόσεξε καλύτερα: Τα μάτια της φανέρωναν ανησυχία. Ή κάτι ακόμη πιο σκοτεινό: μια κρυφή αγωνία , έναν φόβο σε αναμονή, σαν αυτόν ανθρώπου που ξέρει πως κάτι τρομερό πλησιάζει και νοιώθει αδύναμος να κάνει οτιδήποτε για να το σταματήσει. Παρακολούθησε το βλέμμα της να πηγαινοέρχεται νευρικό, να ελέγχει το πλήθος, να ψάχνει, να αναζητά... Και ξαφνικά, είδε τον φόβο της να μετατρέπεται σε πραγματικό πανικό. Τα μάτια της καρφώθηκαν στην γκρίζα φιγούρα του ψηλού άνδρα, που, μισοκρυμμένος πίσω από μια κολώνα έμοιαζε να χαζεύει αδιάφορα το πλήθος. 



                                                                    …συνεχιζεται…