Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

12.


Kαι έπειτα σιωπή… Έξω από το καταφύγιο όλος  εκείνος ο πανικός είχε με κάποιο τρόπο σωπάσει. Ο Αντρέας σηκώνεται όρθιος και βοηθά την μητέρα του να σηκωθεί. Ξεσκονίζονται και ο Αντρέας ανάβει έναν αναπτήρα για να βλέπουν στο σκοτάδι όταν ξαφνικά μια αγγελική φωνή απ’ έξω σπάει την σιωπή με το τραγούδι της.
-Η Έλλη! φωνάζει και παει να φύγει  τρέχοντας προς την έξοδο. Η Μάρθα τον πιάνει από το μπράτσο και τον σταματάει.
-Μάνα, είναι το τραγούδι μας! Κατεβάζει το χέρι της Μάρθας και με ηρεμία πάει προς την έξοδο του καταφύγιου σφίγγοντας το γράμμα της Έλλης στο άλλο του χέρι. Ανοίγει διάπλατα την πόρτα. Το ξαφνικό φως τον τυφλώνει, και με τα μάτια του να προσπαθούν να εστιάσουν στο φως, γυρίζει προς το σημείο που ακούγεται η φωνή  και όταν ξεκαθαρίζει η εικόνα μένει με το στόμα ανοικτό.
Η Έλλη κατέβαινε από μια σκάλα φτιαγμένη από γκρίζους καπνούς φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα σκιστό, από το οποίο φαινόταν όλο το πόδι  και τόνιζε το στήθος της που ήταν πιο τεράστιο και  από τον πλανήτη Nibiru.



Κατεβαίνει αργά τα σκαλοπάτια τραγουδώντας και με το χέρι της τινάζει αργά και ερωτικά τα κόκκινα μακριά μαλλιά της,  δαγκώνει τα χείλη της και κοιτάζει λάγνα προς την μεριά του Αντρέα. Μια θάλασσα από κόσμο που μέχρι πριν λίγο σφαζόντουσαν μεταξύ τους βρισκόταν ανάμεσα  σε εκείνη και τον Αντρέα και τώρα κατευθυνόταν απειλητικά προς το  μέρος της. Ανοίγει με τα χέρια της τον δρόμο και με το που τους ακουμπάει… γίνονται στάχτη και πέφτουν κάτω. Καθώς πηγαίνει προς  τον Αντρέα αργά και με ηδονή, οποιονδήποτε ακουμπάει γίνεται στάχτη. Πάντα  τραγουδώντας, σταματάει μπροστά στον Τάκη που με μανία προσπαθεί να παίξει τον αυλό του αλλά δεν βγαίνει ήχος παρά αέρας. Χαμογελά εκείνη ειρωνικά, τον  ακουμπάει, και γίνεται και εκείνος στάχτης με τον αυλό του να πέφτει κάτω και να σπάει σε δυο κομμάτια. Η Έλλη ξανακοιτάει τον Αντρέα που πια λίγα μέτρα τους χωρίζανε, έβρεξε τα χείλια της με  την γλώσσα της και  συνέχισε την πορεία της με ακόμα πιο πολύ ερωτισμό. Φτάνει μπροστά  του, περνάει τα  λεπτεπίλεπτα χέρια της γύρω από τον λαιμό του Αντρέα και του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί… Τα μάτια του Αντρέα έλαμψαν, αφήνει το γράμμα να πέσει κάτω και αρχίζει να την φιλάει παθιασμένα. Την ίδια στιγμή οι μάσκες των σοφών του Αγάθωνα γίνανε στάχτη μαζί με όλο τον πλανήτη Αγάθωνα που έπεφτε κάτω σαν άμμος.  Γύρω ακουγόταν κραυγές, καθώς όλη η πόλη γινόταν στάχτη μαζί με όλους τους ανθρώπους της μηδενός εξαιρεμένου. Τελειώνοντας το φιλί, ήταν μονάχα  οι δυο τους σε ένα τοπίο άδειο και γεμάτο στάχτη που χανόταν στον ορίζοντα.

-Τώρα είμαστε μονάχα  εμείς  οι δυο αγάπη μου… ψέλλισε η Έλλη. Χωρίς τους Νέμπιας, χωρίς τους Καλόρι, χωρίς τους Ναγουάλ, χωρίς λαδωμένους  πολιτικούς, χωρίς τον Τάκη και τα ψέματα του, την Μάρθα και τα ένοχα μυστικά της…  Μονάχα εγώ κι εσύ… Εγώ κι εσύ… για πάντα ένα ή κανένα
-Μα… πρέπει να μου δώσεις κάποιες εξηγήσεις…
-Θα σου τα πω όλα αγάπη μου… Θα σου λύσω κάθε απορία…


Συνεχίζεται...

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

11.

  Ο Ανδρέας ένοιωθε σαν να ξυπνάει μέσα σε ένα φριχτό όνειρο- ή μήπως βυθιζόταν σε μια εφιαλτική πραγματικότητα; Του φαινόταν λες  και οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί. Ήχοι, χρώματα, εικόνες, μυρωδιές, εντυπώσεις: Η οσμή του ταγισμένου ποπκόρν, η στυφή του γεύση, η άγρια μουσική  που έβγαινε από τα σωθικά της γης και του τρύπαγε τ’ αυτιά, οι χρωματιστοί καπνοί, τα βουρκωμένα μάτια  της μάνας του, τα ουρλιαχτά του πλήθους, ο θρήνος των αμνών, το εκτυφλωτικό φως, οι αλήθειες που η μια συγκαλύπτει την άλλη, σαν ένα παρανοϊκό παιχνίδι με ρώσικες κούκλες. Και πάνω από όλα, φωτιά μέσα στα χέρια του, ζεστασιά της ψυχής του, αυτό το μικρό χαρτάκι βρώμικο και χιλιοδιπλωμένο στα χέρια του, η ανάσα της αγαπημένης, η μυστική τους ένωση, η σιωπηλή τους συνομιλία.
  Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του, σε μια προσπάθεια να αποκόψει τον εαυτό του από την φρίκη που ζούσε, και άφησε τα δάκρυα του να κυλήσουν.
Γύρω από τον μικρό προστατευμένο χώρο στον οποίο είχαν καταφύγει, το χάος και η απόλυτη αναρχία είχαν πλέον γενικευθεί. Το εμπορικό κέντρο έμοιαζε τώρα πια  με ένα πελώριο σφαγείο. Οι άνθρωποι που μέσα σε αλλόφρονη ευφορία είχαν ξεκινήσει τη μέρα τους χορεύοντας και τραγουδώντας,  είχαν μετατραπεί σε αφηνιασμένα θηρία. 

Ο καθένας άρπαζε στα τυφλά από τα ράφια ο,τι έβρισκε και το μετέτρεπε σε φονικό όπλο. Φτυάρια και τσουγκράνες από το τμήμα κηπουρικής, αλτήρες και μπαστούνια του μπέιζμπολ από τα αθλητικά, μαχαίρια και πιρούνια από τα είδη σπιτιού, ακόμα και βελόνες πλεξίματος και ψαλιδάκια του κεντήματος, φώλιαζαν σε αγριεμένα χέρια, που χτύπαγαν με τυφλή μανία τριγύρω, προσπαθώντας να εκκαθαρίσουν την έξοδο προς τη σωτηρία. Έσπρωχναν, ποδοπατούσαν τους πιο αδύναμους, ξέσκιζαν ο ένας τις σάρκες του άλλου, στην προσπάθειά τους να φτάσουν πρώτοι, να προφτάσουν να επιβιβαστούν για τον «Παράδεισο», να σωθούν. Η πύλη στο βάθος του κτηρίου που οδηγούσε στην ελπιδοφόρα έξοδο είχε μετατραπεί σε κρεατομηχανή, που άλεθε τρελαμένους γέρους και μικρά παιδιά, γυναίκες - μαινάδες ξέστηθες και άνδρες αποκτηνωμένους που άχνιζαν ουρλιάζοντας «144.000,  είμαστε οι 144.000, για μας η Γη της Επαγγελίας, για μας τους Αγαθούς»…
Και στο κέντρο αυτού του φριχτού χαμού, ο θείος Τάκης με το παράξενο σουραύλι του βοσκού και τα πέντε αρνάκια γύρω του, να δίνει τον ρυθμό στη σφαγή, να ντύνει με μελωδία τα ουρλιαχτά, να μεθά και να παρασέρνει τους μέχρι χτες φιλήσυχους συμπολίτες του στο όργιο του αφανισμού.
-Αντρέα παιδί μου, η φωνή της κυρά Μάρθας ακούστηκε επιτακτική. Ανδρέα, πρέπει να φύγουμε από δω! ΤΩΡΑ!
Ο Ανδρέας άνοιξε αργά τα μάτια. Έμοιαζε να συνέρχεται από την παραζάλη.
- Πώς έφτασε αυτό το γράμμα στα χέρια σου μάνα; Τι άλλο μου κρύβετε εσείς οι δύο; Δεν έχω πια κανέναν που να μπορώ να εμπιστευτώ. Ο κόσμος μου, ο γνωστός μέχρι χτες, γκρεμίστηκε για πάντα. Εσύ με μεγάλωσες με ψέματα και τώρα, πάλι μισές αλήθειες μου λες. Τις προάλλες ο «πατέρας» μου, προσπάθησε να με σκοτώσει. Κι η γυναίκα που αγάπησα χάθηκε, για να γυρίσει σα σκιά μέσα από αυτό το γράμμα, να μου ανατρέψει ό,τι μέχρι τώρα θεωρούσα δεδομένο. Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θέλω εξηγήσεις. Μου χρωστάς την αλήθεια.
-Δεν έχουμε τώρα καιρό γι’ αυτά. Ακολούθησέ με! Τώρα! Από αυτό το κακό μόνο εσύ και εγώ θα σωθούμε σήμερα. Και τότε θα έχουμε όσον καιρό θες για εξηγήσεις.
 Και αρπάζοντας τον δυνατά από το μπράτσο, τον έσυρε με τη βία στο καταφύγιο.



Τη στιγμή που έκλεινε η πόρτα πίσω τους βυθίζοντάς τους στο απόλυτο σκοτάδι, μια ισχυρή έκρηξη ταρακούνησε συθέμελα το εμπορικό κέντρο τόσο δυνατά, που τους έκανε να χάσουν  την ισορροπία τους και να κατρακυλήσουν στο βάθος της σκάλας.

                                                             Συνεχίζεται...

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

10.

Αγαπημένε μου Αντρέα,

Αντρέα μου. Καρδιά μου. Το ξέρω πως θα αναρωτιέσαι  αν αυτό τα γράμμα είναι από  εμένα και πως έφτασε στα χέρια σου.  Αντρέα μου, Κοπερτί μου, μόνο εσύ και εγώ ξέρουμε τα λόγια της αγάπης που μοιραστήκαμε…
Αντρέα μου, είναι ο χρόνος που μεταλλάσει την αλήθεια; Είναι η απόσταση από το δεδομένο; Ή είναι η πραγματική δυνατότητα αναγνώρισης και απομυθοποίησης του εχθρού;
Χρειάστηκαν ώρες, μέρες, εβδομάδες, μήνες μακριά σου… για να καταλάβω. Για να μπορέσω να ραγίσω την προκατάληψη, να αποδεχθώ τις συνθήκες και να νιώσω την ανάγκη να εμβαθύνω στο προδικασμένο «άγνωστο». Πόσο λάθος είχαμε… Πόσο μέσω της διαστρεβλωμένης αλήθειας είχαμε παγιδευτεί… Οι Νέμπιας, οι Δαίμονες, οι Γκρίζοι….
Πλάσματα πληγωμένα. Πλάσματα παγιδευμένα στον ανυπόστατο μύθο τους. Δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία, ο χώρος, ο χρόνος να μιλήσουν, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.  Η μόνη τους δύναμη και ο μοναδικός τους τρόπος έκφρασης πια, μετά από την δική μας άρνηση, ήταν η εκδίκηση.  Πίστεψαν πως αν τιμωρούσαν όσους τους απέβαλαν,  κάποια στιγμή η δικαιοσύνη θα απλωνόταν σαν χαλί στα πόδια τους, σαν χάδι στη ψυχή τους, και θα άφηνε χώρο και για την δική τους ύπαρξη. Πόσο απατημένοι υπήρξαν…
Διότι οι άνθρωποι καταπίνουν άκοπα ότι την δική τους ανασφάλεια τροφοδοτεί. Γαντζώνονται σε ότι πιστεύουν ότι θα τους απαλλάξει από την επιλογή τους, ότι θα αλλάξει την ζωή τους, και κυρίως και σημαντικότερο σε ότι δεν είναι πια δική τους ευθύνη και απόφαση.  Τα στρατόπεδα ήταν έτοιμα από την αρχή. Τα μεταφέρει η Ιστορία από χέρι σε χέρι. ΟΙ Καλοί και οι Κακοί χωρίς αμφισβήτηση. Ρόλοι που τους ντυθήκαμε χωρίς καμιά διάθεση να αναζητήσουμε πιο βαθειά τα αίτια. Εμείς οι Καλοί για πάντα, απέναντι στους παντοτινούς Κακούς.  Τι ειρωνεία… Αυτό διαλεχτήκαμε υποκινούμενοι από το σκοτάδι.  Το αιώνιο παιχνίδι του ισχυρού και του αδύναμου. Και τώρα, εγώ, με την αλήθεια να φωτίζει και να μου δίνει δύναμη, δεν ξέρω και εγώ αν θα τα καταφέρω, φοβάμαι μην γίνω για εκείνους  ακόμη μια στάλα προδοσίας μέσα τους… Μπήκα στο Γκρίζο τους, νομίζοντας πως έτσι θα βρω την λύτρωση του θανάτου και το μόνο που συνάντησα ήταν η αλήθεια τους.  Πλάσματα εξορισμένα. Γιατί κάποτε αγάπησαν πιο πολύ από ότι αυτός ο κόσμος αντέχει, γιατί κάποτε διάλεξαν τον λάθος αρχηγό  γιατί κάνανε το λάθος να πιστέψουν, να εμπιστευτούν, πλάσματα που μεγάλωσαν και γέρασαν  απότομα μέσα από την προδοσία και το ψέμα. Η μοναξιά και η αποξένωση  τους ένωσε και ύφανε μέρα με την μέρα, απώλεια με την απώλεια, την εκδίκηση. Τον πόνο που εμβολιάστηκαν να φτύσουν.
Και από εκεί άρχισαν όλα. Σ ένα Γκόθαμ εμβολιασμένο με ναρκωτικό Ayahuasca μέσα στις πηγές του. Μια προαποφασισμένη πλαστή πραγματικότητα. Οι κάτοικοι έβλεπαν και άκουγαν κατευθυνόμενα ερεθίσματα. Χρόνια πολλά,, περασμένα στο DNA τους και διαιωνισμένα δια μέσου της κληρονομικότητας.
Μου μίλησαν, έκλαψαν, παραλήρησαν, ούρλιαξαν, μετάνιωσαν.. Μου μίλησαν για τους ναγουάλ και πόσο τους βοήθησαν. Είναι τόσα πολλά που θέλω να σου πω και από την άλλη ανυπομονώ τόσο να ολοκληρώσω αυτό το γράμμα σου και να στο στείλω. Μην πιστεύεις τίποτα καλέ μου. Μέσα στο φάκελο, σ ένα μικρό χαρτάκι, θα βρεις την μισή από την συνθηματική μας λέξη, από την γλώσσα των Ετρούσκων που μιλούσαμε στις σιωπές μας. Την άλλη μισή ας συνοδέψει σε παρακαλώ την δική σου απάντηση. Μόνο έτσι θα είμαι σίγουρη. Αντρέα, μην πιστεύεις τίποτα. Μαζί θα αλλάξουμε αυτό που ζούμε.  Ντυμένο από φιλιά το γράμμα μου. Πάρτο στα χέρια σου και νιώσε με. Άκου την ανάσα μου και κατάπιε την.

Αντρέα. Μου.

Έλλη

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

9.



-         Τρέχα μάνα να προλάβουμε… ο Αντρέας μόλις είχε αρπάξει από το χέρι την κα Μάρθα κι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι για να αποφύγουν τους αφιονισμένους γείτονες που προσπαθούσαν με βίαιες κινήσεις να ακινητοποιήσουν όποιον έβλεπαν μπροστά τους.
-         Μάνα, δεν υπάρχουν άγιοι σ’ αυτήν την πόλη, μετά από τόσα χρόνια λύπης κανείς δεν είναι σε θέση να μοιραστεί ετούτη τη χαρά!
Η κα Μάρθα τα έχασε… δεν πίστευε στα μάτια της και άρχισε να κλαίει… καθώς σκέφτηκε για δευτερόλεπτα τον Χαραλάμπη και τα αδικοχαμένα της παιδιά!
- Μην κλαις μάνα, σε θέλω δυνατή! Τρέχααααα…
Η κα Μάρθα γαντζώνεται στην αγκαλιά του γιου της, ο οποίος προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει μέσα από τους πολύχρωμους καπνούς, και να φτάσει ως το εμπορικό κέντρο, πατώντας –κυριολεκτικά- επί πτωμάτων! Εκεί… συναντούν τον θείο Τάκη και τα 5 πρόβατα!
- Αντρέα, πρέπει να κρυφτούμε, λέει η κα Μάρθα έντρομη.
- Τι λες μάνα;
Μέχρι να το καλοσκεφτεί η κα Μάρθα είχε σύρει τον Αντρέα πίσω από τη μηχανή του ποπ-κορν.
-         Μα μαμααα; Τι κάνεις;
-         Αντρέα, δεν αντέχω να κρύβομαι άλλο… Πρέπει να τα μάθεις όλα!!!
-         Τι εννοείς;;; ρώτησε με απορία ο Αντρέας!
-         Αγόρι μου, είμαι μια Νέμπιας!
-         Όχιιιιιιιιιιιιι!!!! Ούρλιαξε ο Αντρέας!
-         Ο πραγματικός σου πατέρας είναι ο θείος Τάκης, ο οποίος είναι κι αυτός Νέμπιας!!!
-         Όχιι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι!!!!!!!!!!! είπε τρέμοντας ο Αντρέας.
Εκείνη τη στιγμή, η κα Μάρθα, βγάζει από την τσέπη της ένα σκαλιστό πέτρωμα που έγραφε «Μ Α Ρ Τ Α».

-         Αγόρι μου, ο πραγματικός μου σύζυγος είναι ο Τάκης. Ήμασταν τρελά ερωτευμένοι και καρπός της αγάπης μας Nέμπιας...εσύ! 
Ο Αντρέας, άρχισε να τρέμει και κουλουριάστηκε ανάμεσα στα πόδια της κας Μάρθας.
- Ενώ τα χρόνια περνούσαν η αγάπη μου για τον Τάκη άρχισε να φθίνει. Ο Τάκης άρχισε να με παραμελεί καθώς ασχολιόταν συνέχεια με τις τρελές του εφευρέσεις… Είχα να τον δω μέρες….
Αποφάσισα λοιπόν να πάω ως τον στάβλο που δούλευε, να δω αν είναι καλά! Εκεί συναντάω τον πρωτομάστορά του Χαραλάμπη!!!! Με κοιτάει με τα αλλήθωρα μάτια του -τον κοιτάω κι εγώ- μου χαμογελάει με τα στραβά – τι γλυκά! – δόντια του και νιώθω κάτι μέσα μου να γεννιέται! Με αρπάζει με τα στιβαρά του μπράτσα και με σφαλίζει μες τη ζεστή του αγκαλιά!
- Δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη, μου λέει… κι εγώ αφέθηκα…Εκείνη τη στιγμή… την έζησε κι ο Τάκης… όμως διαφορετικά…
-         Σας εξοστρακίζω από Νέμπιας!!! Ουρλιάζει μανιασμένα ο Τάκης.
-         Να βρείτε αλλού τόπο να σκεπάσετε τη ντροπή σας!!!! Σας εύχομαι να ζήσετε μια ζωή στη λύπη τρισκατάρατοι!!!!
Τότε ήταν που έφυγα, με τον Χαραλάμπη κι εσένα παραμάσχαλα, και ήρθαμε στο Γκόθαμ. Τότε η πόλη ήταν ειρηνική κανείς δεν μας ενοχλούσε, ζήσαμε ευτυχισμένοι μέχρι εκείνη την άδικη ώρα που μου τον πήρε πίσω, το Χαραλάμπη και τα δυο μας αγγελούδια!
Ο Αντρέας άκουγε εκστασιασμένος τα λόγια της κας Μάρθας, τρώγοντας μερικά ταγγισμένα ποπ-κορν.
Ξαφνικά… ακούγεται ο αυλός του θείου Τάκη να δίνει το σύνθημα!

                                                                                    Συνεχίζεται...