Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

12.Ο Θάνατος



Νάπολη,1799.

Τρεχάλα.Τρεχάλα.Να τρέξω,να ξεφύγω.Τρέχω.Στα στενά δρομάκια ,τα πλακόστρωτα,γλυστράω,πέφτω,σηκώνομαι,γλυστρώ,δεν πέφτω,αυτό με σώζει,τρέχω,τρέχω,τρέχω.
Αλλά..Ξέρω!Θυμάμαι!Είμαι κοντά.Στρίβω αριστερά,αιφνιδιάζονται.Με σιγουριά.Ξέρω. Λίγο ακόμα.Φτάνω,θα φτάσω,ξέρω!
Δεξιά...στο τρίτο στενό....Νάτο!Το παράθυρο ,η κρήνη, στη γωνία αριστερά.Τους πρόλαβα στη στροφή,με χάνουν..δυο βήματα..πέφτω.
Δεν προλάβαινα να κατέβω...Πτώση από τα 3 μέτρα.Δεν ξέρω αν έσπασα τίποτα,τρέμω,σχέδον δεν ανασαίνω...Να λύσω τον κορσέ......Τα  μαλλιά μου έχουν λύσει.....Ωχ ,σκατά,σκόρπισε η τράπουλα.
Έχω ιδρώσει τόσο που τα χέρια μου γλυστράνε..τα ρούχα κολλάνε πάνω μου,δεν μπορώ να σηκωθώ....Βήματα!Σκατά!....Όχι είναι από εδώ!Είναι από κάτω,είναι από μέσα!...Ελπίζω μόνο για καλό.
Είναι κοντά.Δε βλέπω.Ακούω ,μυρίζω...αλλά δε βλέπω..Φοβάμαι,ζαλίζομαι..Πολύ κοντά.
«Είσαι εντάξει;...Πονάς κάπου;»
.. «Όχι»....Τρέμω ακόμα.
« Πάρε.Λείπει ένα φύλλο.Δεν είσαι ασφαλής εδώ.Πάμε πιο μέσα.»
.......«Ποιός είσαι;»
Ήρεμος... Δεν θα το περίμενα ποτέ,μια μέρα σαν αυτή που έζησα,που επέζησα μάλλον,να βρώ κάποιον εδώ.Η μέρα της σφαγής..Εδώ που τα λέμε δεν το περίμενα ποτέ να ζήσω ποτέ στη ζωή μου μια μέρα σαν κι αυτή. «Αφού είσαι εδώ ξέρεις,αφού είμαι εδώ ξέρω...Δεν έχεις να φοβάσαι...Αλλά και να μην ξέρεις,πάλι δεν έχεις να φοβάσαι...Σε έφερε η τύχη σου και η τύχη μας.Πάμε πιο μέσα,εδώ είναι επίφοβα..»

Με βοηθάει να σηκωθώ αλλά δε νοιώθω τα πόδια μου.. «Σιγά  παρακαλώ,δε μπορώ..» Ένα βήμα και το σκοτάδι μας απορροφά.Βαδίζουμε..αργά.Δε βλέπω τίποτα.Αυτός πως βλέπει και πάμε;

«Ξέρεις που πάμε ,στο σκοτάδι;»..
«Έχω μάθει.»....
«Φτάσαμε;».. «Ναι.».
«Διψάς;».. «Ναί.»..
Με βοηθάει να καθίσω σε μια κουβέρτα,μου δίνει νερό.
«Ας συστηθούμε λοιπόν..Πές μου τι ξέρεις.»
.... «Ποιός είσαι;»..
«Θα μάθεις.Αλλά πρώτα πες μου τι ξέρεις.»...
Ήρεμος...Περιέργως,νοιώθω ασφαλής.Εξάλλου ξέρω.Και ξέρω,ότι αφού ξέρει,θα με βοηθήσει.Είναι εδώ....Αλλά και πάλι...Έχουν περάσει χρόνια..Ίσως να μην υπάρχει πια το Σπίτι,ίσως η Οικογένεια να έχει διαλυθεί...Δεν έχω επιλογή.Εξάλλου έξω γίνεται σφαγή..Ίσως να είμαστε οι τελευταίοι,ίσως να μην υπάρχει τίποτα πιά από αυτά που ξέρω..Μιλάω. 

«Ξέρω.Δεν ήρθα τυχαία εδώ.Είμαι η εγγονή του Τζούλιο Χερέθ.Από αυτόν έμαθα για το Σπίτι,την Οικογένεια...Απο αυτόν έμαθα για την τρύπα.Αν ποτε βρισκόμουν σε κίνδυνο,αν ποτέ υπήρχε μια άμεση ανάγκη για βοήθεια να ερχόμουν εδώ...Έτσι μου είχε πει.Μεγάλωσα στη Ρώμη...σε οικογένεια της Οικογένειας...Πριν λίγα χρόνια ήρθαμε εδώ,μας βοήθησε η Oικογένεια...Ήταν δύσκολα στη Ρώμη..»
«Πάντα είναι δύσκολα για τους τσιγγάνους.»
«Ναι...»
Με περιεργάζεται.. Βλέπω στα μάτια του αμφιβολία.Συνηθισμένη η ιστορία μου..και σίγουρα και κυρίως μη αποδεικτική για τίποτα..
«Δεν με πιστεύεις έτσι δεν είναι;»
«Μάλλον σε πιστεύω...είσαι εδώ..είσαι τσιγγάνα,φαίνεσαι...Ο πατέρας μου ήταν εδώ όταν ήρθαν οι οικογένειες από την Ανδαλουσία.Τότε γνώρισε και τον παππού σου.Τότε τον γνώρισα και εγώ...Λίγα χρόνια μετά φύγατε στη Ρώμη.. Όπως και να έχει,όταν όλο αυτό τελειώσει και ανέβουμε πάνω,ίσως το μόνο που θα βρούμε και θα είναι ίδιο είναι το φώς του ήλιου....»
Σταμάτησε να μιλάει...Και εγώ δεν είχα τίποτα να πω...Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι την αλήθεια της τελευταίας του φράσης....Ο ρυθμός της ανάσας μου επανερχόταν ..
«Λοιπόν είσαι εδώ.Ξέρεις για την οικογένεια αλλά και δεν ξέρεις...Είσαι εδώ όμως και αυτό θα πει πως είσαι αυτή που περιμένω...»
«Δεν καταλαβαίνω»
«Έχεις ένα σημάδι σαν ιππόκαμπο..κάπου στο σώμα σου.»
Δέν ήταν ερώτηση...ήταν κατάφαση..Φοβήθηκα.
«Ναι.Πως το ξέρεις;»
«Το ξέρω.Δεν είσαι η μόνη...Αλλά αυτό δεν έχει σημασία...Η μοίρα ήθελε να σε γνωρίσω σήμερα,τη μέρα που αν η Μητέρα –Θεά τράβαγε μια κάρτα θα έβγαινε ο Θάνατος...Ανάποδος.Είσαι αυτή που είσαι γιατί έχεις υπάρξει ιέρεια της Θεάς σε όλες τις ζωές σου...Μπορεί να ήσουν μαγείρισσα,χορεύτρια,μοναχή ή πόρνη.Δεν έχει σημασία...Στον πυρήνα σου,η ύπαρξη σου είναι  πάντα δοσμένη στη Θεά...Εγώ θα σε βοηθήσω.Θα σε οδηγήσω έξω από τη Νάπολη,σε έρημο και ήρεμο μέρος...Στην Οικογένεια..Είναι χρέος μου να το κάνω..Όταν έρθει ο καιρός ,ίσως όχι άυριο,ίσως ούτε και σε αυτόν τον αιώνα,θα θυμηθείς ποιά είσαι..Αυτό που ξέρεις ,αυτό που πάς μαζί του γιατί έτσι γεννήθηκες..αυτό που είσαι,θα φωτιστεί την πιο κατάλληλη ώρα ,την ώρα του πιο βαθιού σκοταδιού,την ώρα της αφύπνισης,της αλλαγής...Όταν οι καμμένες ψυχές απο τη μαγεία ,αυτοί που πίστεψαν πως μπορούν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στη Μεγάλη Μητέρα,ξαναγεννηθούν απαλλαγμένες από το βάρος της βλασφημίας...Τότε.Για χάρη της Θεάς,για χάρη της αγάπης της για τους καταραμένους,θα σε ξαναδώ τότε.Θα με ξαναδείς.Και θα θυμηθείς.Και θα βοηθήσεις να τελειώσει αυτό που θα έχει ήδη αρχίσει.»

                                          Επόμενη κάρτα: Η Κρίση

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

11. Ο Ήλιος








Στα σανσκριτικά " ABINAYA" σημαίνει " το πέρασμα". Αυτή ήταν η επιγραφή που φαινόταν αχνά στο σώμα- κλεψύδρα του φρεσκογεννημένου και φρεσκομεταλλαγμένου τέρατος.
Πέρασμα από έναν κόσμο σε άλλο....
Οι περισσότερες θρησκείες αποδέχονται την ύπαρξη της ψυχής. Στο τέρας πάνω βρίσκονταν στριμωγμένες, συμπαγείς, παγερές, κατάμονες, και άθλιες- αντανακλώντας την εικόνα καθενός που τολμούσε να τις κοιτάξει. Είχαν τη μορφή καθρέφτη- κάπου στο πάνω μέρος του σώματός του. Σαν κεφαλή.
Ήταν οι ψυχές των ανθρώπων- οι οποίοι για την επιθυμία τους- ξεπουλήθηκαν με αντάλλαγμα μαγεία. Πίστευαν ότι θα άλλαζαν τη δεδομένη- αντίξοη για τον πόθο τους πραγματικότητα. Πολλοί το πέτυχαν μονάχα βραχυπρόθεσμα. Άλλοι καθόλου. Άφησαν μόνο το μίσος και τον καημό να φωλιάσουν μέσα τους. Περίλυποι, χιλιοβασανισμένοι και θλιβεροί εις του αιώνες των αιώνων....
Σε αυτή την ιδιόρρυθμη παρέα είχαν μαζευτεί αταίριαστοι μεταξύ τους άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Κάποιοι φαινόταν σαν να είχαν βάσιμες υποψίες για το τι έπρεπε να συμβεί. Οι περισσότεροι πάλι- όχι. Απλά κινούμενοι από ισχυρή εσωτερική παρόρμηση- έμεναν στις θέσεις τους και ακολουθούσαν σαν πρόβατα.
Ο γύφτος, ο Χάνσετ, oι γυναίκες. Με το ξημέρωμα άρχισαν να πλησιάζουν γύρω από το απόκοσμο τερατούργημα που είχε μεταμορφωθεί σε κάτι πιο ανθρώπινο και σουρεαλιστικό . Με την πρώτη ηλιαχτίδα που έπεσε πάνω σε αυτό που έμοιαζε καθρέφτης- το περίπου- πρόσωπο του τέρατος- ένωσαν τα χέρια τους. Σχημάτισαν ένα κύκλο.


https://www.youtube.com/watch?v=6AFfTjrOv98




Ο ήλιος βγήκε για τα καλά. Φώτιζε το αίμα που έβγαινε από τις μύτες και τα μάτια όλων όσων αποτελούσαν τον κύκλο. Ο γύφτος έψελνε κάτι αρχαιοελληνικό. Η Ταντίτα άρχισε να ουρλιάζει: "Μάναααα- Μάνααααα- Μάναααααααα"..... "σώσον τας ψυχάς ημών" βροντοφώναζε ο Χάνσετ. Και ύστερα- σκόνη του ήλιου: Χρυσόσκονη και μυρωδιά από αίμα και μαρτύριο.
Όλοι όσοι βρίσκονταν στον κύκλο αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο ύβρη για οποιαδήποτε θρησκεία.Κουβαλούσαν κατάρες πολλών γενεών- χωρίς να έχουν επίγνωση. Αναθεματισμένοι- όσο και οι ψυχές του καθρέφτη- ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να αντέξουν τέτοια έκθεση στη βεβήλωση. Ήταν γενετικές μεταλλάξεις διασταυρώσεων αναθεματισμένων ανθρώπων.
Φυσικά, ο χειρότερος όλων- ο Χάνσετ: Γενιές ολόκληρες ιερέων βουδιστών και εβραίων μάγιστρων σε αντιπαράθεση. Ανθρωποθυσίες- αίμα- κανιβαλισμός- αιμομιξίες με ανθρώπους και ζώα- βασανιστήρια..... ο ίδιος δε γνώριζε την ιστορία του. Είχε μόνο την αίσθηση- σχεδόν βεβαιότητα ότι δεν ήταν τυχαίος.
Ποτέ δεν εξορκίζεται το μίασμα χωρίς θυσία......
Ο ήλιος έκαιγε. Η ώρα της μεγάλης Μάνας πλησίαζε. Δικά της δημιουργήματα όλα τα όντα.
Θα λεγε κανείς ότι διασκεδάζει με την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης.
Ο κύκλος έκλεισε πλέον. Στο κέντρο του είναι οι χαμένες ψυχές. Χέρι- χέρι οι φέροντες την κατάρα αναφωνούν:
"Είμαστε κύκλος μέσα σε κύκλο, με αρχή και τέλος. Μῆτερ συγχώρεσον ημάς""


ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΑΡΤΑ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

10. Ο Κρεμασμένος





Τρεμάμενα απλώθηκαν τα μακριά ολόμαυρα χέρια του  Χανσέντ Γιουτζάγια στην κακόβουλη του κίνηση να ξεγεννήσει το βδελυρό κουκούλι.

- Μην τολμήσεις. Η λεπτή φωνή ακούστηκε  σαν κρύσταλλο από το λιγνό κοριτσάκι και έμεινε να αιωρείται στην σκοτεινή παγωνιά.

Μια ξαφνική κίνηση μέσα στο κουκούλι, έκανε τους πάντες να στραφούν ξανά προς το μέρος του.

Όταν από τα μάτια των γυναικών άρχιζαν να τρέχουν δάκρυα από αίμα, το κουκούλι είχε ήδη αρχίσει να διαρρηγνύεται και το απόκοσμο πλάσμα στριφογυρίζοντας σα σβούρα πετάχτηκε στο χώμα, λασπώθηκε και έκανε την μορφή του ακόμα πιο αλλόκοτη και μπερδεμένη.  

Ο Γύφτος που τόσην ώρα παρακολουθούσε μ΄ ένα ελαφρό μειδίαμα αμέτοχος τα τεκταινόμενα, παρατήρησε με την άκρη του ματιού τον Χανσέντ που ξεκούκιζε ένα ροζάριο μισοκρυμμένο μέσα στις πλατιές του χούφτες και ψιθύριζε κάτι εμμονικά.

Η Ταντίτα ήταν η πρώτη που φάνηκε να αντιδρά, σηκώθηκε παραπατώντας, μισότυφλη κι άρχισε να βοηθάει και τις άλλες να συνέλθουν. Με βήματα φοβισμένα, πλησίασαν το νεογέννητο παράδοξο πλάσμα. Στάθηκαν από πάνω του με κομμένη την ανάσα, μη ξέροντας τι να κάνουν. Τότε, η Ταντίτα άρπαξε την τράπουλα Ταρώ από την τσέπη της Εννυα και τράβηξε τρεις κάρτες, τις πέταξε στον αέρα και κείνες σαν μαγνητισμένες κατευθύνθηκαν στο νεογέννητο πλάσμα, μέχρι που ακουμπώντας το, μεταστοιχειώθηκαν, μεταμορφώθηκαν και το μεταμόρφωσαν.


Η ουρά του αρουραίου, στο άγγιγμα της κάρτας της Σελήνης μεταμορφώθηκαν σε πόδια ανθρώπινα, αλλά τι πόδια ήταν αυτά; Πανύψηλα και λιγνά σαν κλαράκια δέντρου που πρόχειρα αγκυροβόλησαν ανάλαφρα στο έδαφος. Η κάρτα της Δύναμης μετέτρεψε το σώμα της νυφίτσα σε ένα κορμό παράδοξο, που πιο πολύ θύμιζε το σχήμα του απείρου, η μιας κλεψύδρας που μετρά απρόθυμα τον άπειρο χρόνο, στημένο όρθιο, με χέρια εξίσου μακριά και λεπτά. Αλλά η πιο παράξενη μεταμόρφωση συντελέστηκε όταν η κάρτα του Κρεμασμένου άγγιξε το τόσο γνωστό και οικείο σχήμα του κεφαλιού του βρέφους.  Η κεφαλή του ιππόκαμπου μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους μετατράπηκε σε έναν «διάφανο» καθρέφτη.

                                                      ...Συνεχίζεται....

Επόμενη κάρτα: Ο Ήλιος.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

9. Η Σελήνη




    Ξύπνησα κάτω από το δέντρο μου, λίγα μέτρα πιο κάτω από το τροχόσπιτο του παράξενου. Μάλλον ξυπνήσαμε. Για άλλη μια φορά μαζί. Ταυτόχρονα. Όπως κάθε φορά. Αισθάνθηκα τα μάτια τους να ανοίγουν πρώτα, κάτω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Να κοιτούν μέσα από το σκοτάδι τους και εγώ, μες από τα μάτια τους, να βλέπω  για άλλη μια φορά τον κόσμο μεταφρασμένο.

    Ξυπνήσαμε από της φωνές του τύπου. Ακόμα δεν έχει καταλάβει τη γαμημένη του τη δύναμη, τη δύνη της ύπαρξής του; Νομίζει ακόμη πως είναι ο τυχαίος τουρίστας;     Δεν έχει καταλάβει το ρόλο που πρέπει να παίξει, ή μήπως εγώ μεταφράζω τα σημάδια λάθος; Μήπως δεν είναι ο αυτός ο ζωοδότης; Μήπως είναι ο «Άλλος»;
    Αυτές πάλι, ήξερα από την πρώτη στιγμή που τις είδα ποιες ήταν.  Νόμιζα πως ήξερα και γι αυτόν, τον παράξενο. 
    Χρόνια τους περίμενα, χωρίς να πιστεύω ότι θα αξιωθώ να ζήσω στ’ αλήθεια αυτή τη στιγμή. Κι όμως, τον δρόμο μου τον ήξερα από μωρό. Η μάνα μου, με το ένα της χέρι με κρατούσε αγκαλιά, στο βυζί και με τοάλλο έκοβε την τράπουλα. Κάθε μήνα όλα τα χρόνια, κάθε που η σελήνη γέμιζε, η τράπουλα έλυνε τη σιωπή της για να ψιθυρίσει ξανά και ξανά την ιστορία, το μελλούμενό μου.  Το παραμύθι της ζωής μου.

    Όμως περίμενα τόσα χρόνια που κόντεψα να απελπιστώ. Τα μαλλιά μου σκόρπισαν στον άνεμο και τα γένια μου άσπρισαν. Κι αν στο μεταξύ δεν είχα συναντήσει τη Γαλλίδα, θα έλεγα πως κι η τράπουλα λόγια του αέρα είναι, κι ας την είχε η μάνα μου ευαγγέλιο. Φτου! Πού να ήξερα... Ο τρελλός...
    Χρόνια στον ίδιο τόπο, να τους περιμένω. Χρόνια που μου ξέσκισαν το μυαλό. Κάθε πανσέληνο να λέω «τώρα θα έρθουν, τώρα», μα άδικα. Άδικα...
    Χρόνια που με περιγελούσαν όλοι. «Ο Τσιγγάνος που δεν ταξιδεύει ποτέ», «Ο τρελός Γύφτος που δέθηκε σαν γάιδαρος στο δέντρο». Που να ήξεραν... Ηλίθιοι...
   
Το θαύμα όμως, έχει συντελεστεί. Ο σπόρος έπεσε πριν από χρόνια εδώ, στον τόπο αυτό, κι ένωσε το παλιό με το καινούριο. Το δέντρο που φύτρωσε κάνει καρπούς σαν το μυαλό του ανθρώπου. Κάποιοι τα λένε μήλα του κίνδυνου....  Γελοίοι....


    Αλλά εγώ, στο μυαλό αυτό έφτυσα ψυχή, την πεμπτουσία. Γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τα πολλά να γίνουν ένα.  
    
     Κι ο αιθέρας, η πεμπτουσία που σκόρπισα τους μάζεψε όλους εδώ. Να δουν το θαύμα. Τη γέννηση του κόσμου....Οι μαμές, οι ξεγεννήτρες της Θεάς.  Εδώ. 

Αρουραίος.
                                      Νυφίτσα.                                                                                                  Ιππόκαμπος.


Σ' αυτόν το σάκο που κρέμεται. 
Εδώ.  
Κυράδες και στοιχειά μου εδώ
                                                               
                                                                                 
Είμαστε κύκλος μέσα σε κύκλο, χωρίς αρχή και δίχως τέλος. 

Εδώ... 

    Ο μαυριδερός ο σχιστομάτης σκούζει. Φοβάται; Χαίρεται; Ξέρει; Παραμονεύει;
    
    Μαζευτήκανε. ¨Όλες τους. Κι αυτός. Καιρός να με γνωρίσουν στη δόξα μου.


 - Devlesa avilan[1].



                                                                                                      .....Συνεχίζεται.....




[1] Η Θεά σας έφερε εδώ.
[2] Είναι θέλημα Θεάς που σε βρήκαμε.




                                                                                                 Επόμενη κάρτα: Ο Κρεμασμένος