Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

9. Η Σελήνη




    Ξύπνησα κάτω από το δέντρο μου, λίγα μέτρα πιο κάτω από το τροχόσπιτο του παράξενου. Μάλλον ξυπνήσαμε. Για άλλη μια φορά μαζί. Ταυτόχρονα. Όπως κάθε φορά. Αισθάνθηκα τα μάτια τους να ανοίγουν πρώτα, κάτω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Να κοιτούν μέσα από το σκοτάδι τους και εγώ, μες από τα μάτια τους, να βλέπω  για άλλη μια φορά τον κόσμο μεταφρασμένο.

    Ξυπνήσαμε από της φωνές του τύπου. Ακόμα δεν έχει καταλάβει τη γαμημένη του τη δύναμη, τη δύνη της ύπαρξής του; Νομίζει ακόμη πως είναι ο τυχαίος τουρίστας;     Δεν έχει καταλάβει το ρόλο που πρέπει να παίξει, ή μήπως εγώ μεταφράζω τα σημάδια λάθος; Μήπως δεν είναι ο αυτός ο ζωοδότης; Μήπως είναι ο «Άλλος»;
    Αυτές πάλι, ήξερα από την πρώτη στιγμή που τις είδα ποιες ήταν.  Νόμιζα πως ήξερα και γι αυτόν, τον παράξενο. 
    Χρόνια τους περίμενα, χωρίς να πιστεύω ότι θα αξιωθώ να ζήσω στ’ αλήθεια αυτή τη στιγμή. Κι όμως, τον δρόμο μου τον ήξερα από μωρό. Η μάνα μου, με το ένα της χέρι με κρατούσε αγκαλιά, στο βυζί και με τοάλλο έκοβε την τράπουλα. Κάθε μήνα όλα τα χρόνια, κάθε που η σελήνη γέμιζε, η τράπουλα έλυνε τη σιωπή της για να ψιθυρίσει ξανά και ξανά την ιστορία, το μελλούμενό μου.  Το παραμύθι της ζωής μου.

    Όμως περίμενα τόσα χρόνια που κόντεψα να απελπιστώ. Τα μαλλιά μου σκόρπισαν στον άνεμο και τα γένια μου άσπρισαν. Κι αν στο μεταξύ δεν είχα συναντήσει τη Γαλλίδα, θα έλεγα πως κι η τράπουλα λόγια του αέρα είναι, κι ας την είχε η μάνα μου ευαγγέλιο. Φτου! Πού να ήξερα... Ο τρελλός...
    Χρόνια στον ίδιο τόπο, να τους περιμένω. Χρόνια που μου ξέσκισαν το μυαλό. Κάθε πανσέληνο να λέω «τώρα θα έρθουν, τώρα», μα άδικα. Άδικα...
    Χρόνια που με περιγελούσαν όλοι. «Ο Τσιγγάνος που δεν ταξιδεύει ποτέ», «Ο τρελός Γύφτος που δέθηκε σαν γάιδαρος στο δέντρο». Που να ήξεραν... Ηλίθιοι...
   
Το θαύμα όμως, έχει συντελεστεί. Ο σπόρος έπεσε πριν από χρόνια εδώ, στον τόπο αυτό, κι ένωσε το παλιό με το καινούριο. Το δέντρο που φύτρωσε κάνει καρπούς σαν το μυαλό του ανθρώπου. Κάποιοι τα λένε μήλα του κίνδυνου....  Γελοίοι....


    Αλλά εγώ, στο μυαλό αυτό έφτυσα ψυχή, την πεμπτουσία. Γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τα πολλά να γίνουν ένα.  
    
     Κι ο αιθέρας, η πεμπτουσία που σκόρπισα τους μάζεψε όλους εδώ. Να δουν το θαύμα. Τη γέννηση του κόσμου....Οι μαμές, οι ξεγεννήτρες της Θεάς.  Εδώ. 

Αρουραίος.
                                      Νυφίτσα.                                                                                                  Ιππόκαμπος.


Σ' αυτόν το σάκο που κρέμεται. 
Εδώ.  
Κυράδες και στοιχειά μου εδώ
                                                               
                                                                                 
Είμαστε κύκλος μέσα σε κύκλο, χωρίς αρχή και δίχως τέλος. 

Εδώ... 

    Ο μαυριδερός ο σχιστομάτης σκούζει. Φοβάται; Χαίρεται; Ξέρει; Παραμονεύει;
    
    Μαζευτήκανε. ¨Όλες τους. Κι αυτός. Καιρός να με γνωρίσουν στη δόξα μου.


 - Devlesa avilan[1].



                                                                                                      .....Συνεχίζεται.....




[1] Η Θεά σας έφερε εδώ.
[2] Είναι θέλημα Θεάς που σε βρήκαμε.




                                                                                                 Επόμενη κάρτα: Ο Κρεμασμένος


6 σχόλια:

  1. Αχ τι καλάαα! Υπέροχο. Μπράβο στο γύφτο. Είμαι σίγουρη θα έχει καταλυτικό ρόλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μemento mori!Respice post te! Hominem te memento!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Summa summarum, verbatim ac litteratim! Tabula rasa...

      Διαγραφή
  3. veni, vidi, vici κλπ κλπ κλπ (Ανάθεμα αν κατάλαβα τι λέτε παραπάνω!) Γενικά δεν κατάλαβα και όλο το κείμενο! όσο πάει και περιπλέκεται η υπόθεση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τώρα που το ξαναδιαβάζω, μου κάνει κάτι σε Σαίξπηρ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή