Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

12.


Νέα Υόρκη, Φεβρουάριος 1931

Ο Πίτερ Σκάρλετ τράβηξε τις κουρτίνες κι ένοιωσε τον ήλιο να του μαχαιρώνει τα μάτια και το στομάχι του να ανακατεύεται. Απόρησε με το γεγονός. Στην πραγματικότητα, δύο μπουκάλια μπέρμπον και μερικά πτώματα, ήταν μέρος της καθημερινής του ρουτίνας σ’ αυτήν την γκρίζα σκληρή πόλη που ζούσε από τότε που έφυγε από τη μικρή ασήμαντη γενέτειρα του, στη πολιτεία της Γιούτα.
Γεννημένος στο γύρισμα του αιώνα, το έβδομο από τα εννιά παιδιά μιας εξαιρετικά φτωχής και ασφυκτικά συντηρητικής αγροτικής οικογένειας μορμόνων της  «Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων τωνΤελευταίων Ημερών», αισθανόταν πάντα τον εαυτό του διαφορετικό από τα’ αδέλφια του. 
Χαμένος σε ατελείωτες ονειροπολήσεις, ξεχρέωνε τις ώρες που τον τσάκωναν να διαβάζει ό,τι έπεφτε στα χέρια του κρυμμένος στον αχυρώνα, με άφθονο ξύλο και κηρύγματα από την μεριά του πατέρα του και ατελείωτες προσευχές και δάκρυα, εκ μέρους της  θρησκευόμενης μάνας του.
Δέκα χρόνια μετά την ηρωική του απόδραση από τη Γιούτα, δέκα χρόνια στους σκοτεινούς, κακόφημους δρόμους της Νέας Υόρκης που θέριευε σαν ένα παντοδύναμο τέρας, ο Πίτερ εξακολουθούσε, παρά τις ελπίδες του, να νοιώθει ξένος, διαφορετικός, ανίκανος να ενταχθεί στο καινούριο περιβάλλον. Ίσως ήταν η στενόχωρη ηθική που γαλούχησε τα παιδικά του χρόνια, ίσως πάλι ο ρομαντισμός του επαρχιώτη που έκρυβε κάτω από το ετοιματζίδικο φτηνό κουστούμι του, ένα ήταν σίγουρο: Ο Πίτερ  Σκάρλετ, γνωστός στην πιάτσα των δευτεροκλασάτων ιδιωτικών ντεντέκτιβ ως «Σκαρ», ένα λογοπαίγνιο με το όνομά του, αλλά και την ουλή που στόλιζε το δυνατό έξυπνο πρόσωπό του,  θεωρούνταν απ’ όλους αδιάφθορος. Σίγουρος πως η μάνα του θα διαφωνούσε σοβαρά μ’ αυτήν την άποψη, άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στις αισθησιακές καμπύλες του κατάλευκου γυμνού κορμιού με τα βαμμένα πύρινα αγορίστικα  μαλλιά που ξεπρόβαλε κάτω από τα αναστατωμένα σεντόνια και προσπάθησε να ανασυνθέσει τα γεγονότα της χτεσινής μέρας.

- Ονομάζομαι Ρεντ, ήταν οι πρώτες κουβέντες που βγήκαν από το κατακόκκινα χείλη της. Μάντι Ρεντ.  Το κομψό καλοραμμένο ταγέρ, στο πορφυρό του αίματος, το μικρό καπελάκι με το βέλο που έκρυβε τα μελαγχολικά μάτια και τα κόκκινα αγορίστικα μαλλιά, η υποψία μια καλά κρυμμένης γαλλικής νότας στον τρόπο που πρόφερε τις λέξεις και η νωχελική στάση του υπέροχου κορμιού της, έφερε στο νου του ντεντέκτιβ την εικόνα ενός αρπακτικού, μιας κατακόκκινης γάτας που παραμόνευε το θύμα της.
- Πίτερ Σκάρλετ, σχεδόν συνονόματος, αστειεύτηκε αυτός. Φώναζέ με Σκαρ. Ευρωπαία;
Εκείνη χαμογέλασε αινιγματικά και του πέταξε έναν φάκελο στο γραφείο.
- Θέλω να εντοπίσετε για μένα αυτόν τον άνθρωπο. Πιστεύω πως βρίσκεται εδώ, στην Νέα Υόρκη.
Ο φάκελος περιείχε 200 κολλαριστά δολάρια και μια φωτογραφία. Σημειωμένος με κόκκινο κύκλο, ένας νέος άνδρας, ντυμένος με τη μόδα των αρχών του αιώνα με ένα χαμόγελο γεμάτο σιγουριά και αισιοδοξία, πόζαρε μαζί με την παρέα του στην κουπαστή ενός υπερωκεάνιου.


Τα χρήματα του φάνηκαν πολλά και η φυσιογνωμία του άνδρα, αμυδρώς γνώριμη, σαν κάποιο πρόσωπο  που συναντά κανείς  κάθε μέρα, αλλά δεν το προσέχει σχεδόν  ποτέ. Για το πλοίο όμως ήταν σίγουρος.
- Μα αυτό είναι ο... «Τιτανικός»!

Όλα αυτά συνέβησαν το προηγούμενο μόλις πρωί, αλλά του φάνηκε πως είχαν μεσολαβήσει μέρες. Μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο, ο ποταμός Χάντσον ξέβρασε δεκατέσσερις σάκους ανατριχίλας. Τα κομμάτια των διαμελισμένων σωμάτων που περιείχαν, ανήκαν σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις στον Τζάκ Ντάιαμοντ, διάσημο Κάπο της μαφίας και τελείως ανεξήγητα, στον Ρίτσι Μέλοουν, δευτερότοκου γιού του πλουσιότερου ανθρώπου της Νέας Υόρκης. Οι φήμες οργίαζαν. Άλλοι έλεγαν πως είχε ξεσπάσει πόλεμος για τον έλεγχο του λαθραίου αλκοόλ, άλλοι πως επρόκειτο για ερωτικό ξεκαθάρισμα με επίκεντρο το καυτό κορμί της Λίμπυ Χόλμαν, ακόμα και την παράλογη υπόθεση της «Μαύρης Χήρας»  που δηλητηρίαζε κρυφά τους εραστές της για να στέλνει τα τρόπαια των φόνων της σε  τυχαίους παραλήπτες ανάφερε κάποιος. Αλλά κατά βάθος όλοι συμφωνούσαν ότι καμιά από αυτές τις υποθέσεις δεν μπορούσε να σταθεί  στη λογική. Το μυστήριο έμοιαζε αδιαπέραστο κι η αστυνομία της Νέας Υόρκης έδειχνε να τα έχει χαμένα.

                                                                                                                                  ...Συνεχίζεται......

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

11.




O Τζων έτρεξε  στο κατάστρωμα του Τιτανικού. Πανικός και φωνές καθώς η ορχήστρα έπαιζε το "Nearer  my god to thee"  , ένα σκηνικό απόκοσμο. Στην άκρη ένας ιερέας εξομολογούσε τον κόσμο. Κοίταξε από την κουπαστή. Η ώρα ήταν 2.13, το πλοίο είχε μόνο μερικά λεπτά ζωής ακόμα. Επιβάτες έπεφταν στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού και οι περισσότερες σωσίβιες λέμβοι είχαν αποχωρίσει.  Πήγε από την δεξιά πλευρά του πλοίου που εκείνη την ώρα κατέβαινε η πτυσσόμενη σωσίβια λέμβος Α, όμως ξαφνικά οΤιτανικός άρχισε να παίρνει απότομα κλίση προκαλώντας ένα κύμα. Όλοι οι επιβάτες ούρλιαζαν, από την κλίση και το κύμα κάποιοι έπεσαν στην θάλασσα, μέσα σε αυτούς και ο Τζων. Το παγωμένο νερό έμοιαζε με χιλιάδες μαχαίρια σε όλο του το σώμα, μα δεν πρόλαβε να συνειδητοποιήσει την κατάσταση, η πτυσσόμενη λέμβος Α ήταν δίπλα του. O Τζων προσπάθησε να σκαρφαλώσει και… κάποιος τον ανέβασε πάνω! Καθώς προσπαθούσαν να φύγουν μακριά από το πλοίο, ακούστηκε ένα μουγκρητό… Kαι τα φώτα στο πλοίο έσβησαν..



Και σε μια στιγμή, ο Τιτανικός σπάει στα δυο. Στάθηκε και πάλι στην θάλασσα ήρεμος για λίγο. Ακόμα και κατεστραμενο ήταν τόσο μαγικό το πλοίο! Εμοιαζε τόσο επιβλητικό πάνω στην ήρεμη θάλασσα! Ομως ξανάρχισε να χάνεται μέσα στα νερά του Ατλαντικού και πάλι... Αργά... Μέχρι που εξαφανίστηκε... Και το μόνο που έμεινε μέσα στο σκοτάδι ήταν οι κραυγές ανθρώπων που ζητούσαν βοήθεια. Φωνές αντρών, φωνές γυναικών, φωνές παιδιών… Ένας ανατριχιαστικός ήχος απελπισίας και πόνου. Και λίγα λεπτά αργότερα... σιωπή… Απόλυτη σιωπή… Κανείς δεν φώναζε πια... Κανείς δεν ζητούσε βοήθεια...  Ο Τζων κοίταξε τον ουρανό… Ποτέ του δεν είχε δει τόσα πολλά αστέρια.. Αλήθεια, δεν είχε δει ποτέ πόσο πολλά αστέρια υπάρχουν στον ουρανό...  Ποτέ δεν είχε δει μια τόσο γαλήνια θάλασσα… Και το κρύο ήταν τόσο διαπεραστικό όσο ποτέ... Ο Τζων ήταν βρεγμένος ολόκληρος, και απο τα γόνατα και κάτω η λέμβος είχε νερό… Σκοτάδι και σιωπή… Τίποτα δεν μαρτυρούσε την τραγωδία... Όλα ήταν τόσο μα τόσο γαλήνια... Ένιωθε τα βλέφαρα του να κλείνουν… Η πάλη για την επιβίωση μόλις ξεκινούσε για τον Τζων, έπρεπε να παλέψει με την υποθερμία όπως πολλοί άλλοι μέσα στην σωσίβια λέμβος… Κάποιοι θα τα κατάφερναν ως το τέλος της νύχτας ενώ κάποιοι άλλοι θα πέθαιναν  και θα τους εγκατέλειπαν… Ο Τζων έκλεισε τα μάτια…

Νέα Υόρκη, 1931

Ο Τζων ξύπνησε τρομαγμένος στο σπίτι του Πωλ ουρλιάζοντας. Σκοτάδι. Ησυχία. Κανείς δεν ήταν εκεί.
Την ίδια ώρα ο Πωλ περίμενε σε ένα μισοσκότεινο σοκάκι. Μια σκιά τον πλησίασε.



-Τι έχεις να μου πεις; Ρώτησε η σκιά.
-Όλα βαίνουν καλώς. Η Λίμπυ και ο δικός της νομίζουν πως με έχουν παγιδέψει. Νομίζουν πως παίζω το παιχνιδάκι τους. Όσο για την Χίλντα, της τα είπα όλα… χα… αυτά που τελοσπάντων θέλουμε να νομίζει πως ξέρει.
- Θα έρθει η ώρα της κι’ εκείνης… Τώρα έχουμε σοβαρότερα θέματα…
- Καταφτάνει στην Νέα Υόρκη ο Μόζι.. Και όχι η Μαντλεν…
- Κάναμε έρευνα για τον γέρο που περιμάζεψες και είχε την φωτογραφία της Μαντλέν. Ο τύπος είναι ο πατέρας της. Ήταν επιβάτης του Τιτανικού, αλλά ο καημένος τα έχασε μετά το ναυάγιο. Μόλις μάθει από τον Μόζι ότι ο πατέρας της είναι ζωντανός, θα έρθει κολυμπώντας στην Νέα Υόρκη… Μην τον χάσεις από τα μάτια σου…
- Και πως θα κερδίσω την εμπιστοσύνη της για να μου πει ποιος κρύβεται πίσω από εκείνη;
-  Περιμάζεψες τον πατέρα της… Κι’ έπειτα συνέχισε να παριστάνεις το θύμα σε όλη αυτή την ιστορία… Η Λίμπυ και ο αγαπητικός της, όσο και ο τύπος που κρύβεται πίσω από την Μαντλέν, θα βρίσκονται σύντομα πίσω από τα κάγκελα της φυλακής.
-Αυτός είναι σίγουρα ο μεγαλύτερος ρόλος που έχω παίξει στην ζωή μου… Είπε ο Πωλ με ένα ειρωνικό γέλιο και απομακρύνθηκε…

Συνεχίζεται….

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014



10.


Μια τρύπα ξεπρόβαλε στα χείλη της αβύσσου σ εκείνα τα απύθμενα βάθη, ανοιχτά της τάφρου των Μαριάννων νήσων βλοσυρά πάνω από τους συνδαιτυμόνες σ΄ εκείνο
το κρυφό και μυστικό δείπνο του βυθού.
Η μάνα τροφός και όλοι εκείνοι οι εραστές της. Άλλοι ντυμένοι ναυτικοί και οι άλλοι με τα κουστούμια τους ακριβά και ατσαλάκωτα. Ματωμένα…
Και εκείνη η μικρή, μοναδική της κόρη καθώς κατέβαινε πιο κάτω κι από εκείνο το όχι άγνωστο φρέαρ, μ’ ένα φιλί αμφότερα στα μαγούλα, να μένει στο Τότε και στο Πάντα. Έτσι γλίστρησε στην πανάρχαια ραγισμένη πέτρινη σκάλα, κατεβαίνοντας προς τον μανδύα της Γης, κρατώντας παραμάσχαλα μια πέτρινη πλαγκόνα  - μόνο το κεφάλι της, κακόβουλα στολισμένο με δάκρυα ξερά από αίμα…
Έτσι μ΄ αγκομαχητά, γέλια και κλάματα, μ΄ εκείνη τη σχεδόν ελεεινή αγωνία του Ζω; Πέθανα; Ξύπνησα; Όνειρο; Εφιάλτης; Η μήπως αντίλαλος πάνω στα απόκρημνα  βουνά του παρελθόντος;
Αυτή που θα αντίκριζε με Εκείνα τα μάτια τον Μόζυ Μπέρνστάιν…
Τα μάτια που πολλές φορές στενάχωρα για εκείνη ακόμα αντιδρούσαν στα τερτίπια του φωτός όταν αυτό δυνάμωνε η λιγόστευε…ήταν αυτά λέω που τον υπνώτιζαν σε βαθμό αιχμαλωσίας…
Με τα μεγάλα της μαύρα μάτια ασκούσε μοναδική επιρροή πάνω του, μέσα του, όπως εκείνος ο Ήλιος ο ανελέητος πάνω από το άτυχο Δέντρο της Τενερέ
 
Κι όπως μας εξομολογείται τώρα ο Μόζυ Μπέρνσταιν, η μάλλον η σκιά του - κι αυτός νεκρός από καιρό - ήταν αυτά τα μάτια της, η ενσάρκωση της γητειάς - της εξάρτησης - της λαγνείας - της Ζωοφόρου Γης που πάνω της πατάς ξυπόλυτος για να γιατρευτείς… Όπως σε εκείνο τον  ποταμό που λέγανε Ληθαίο και που και εκείνος τώρα ξέπεσε στη λήθη…
Για τον Μόζυ ήταν η Μάνα του, που ποτέ δε γνώρισε, η μήτρα που έψαχνε να επιστρέψει και να κρυφτεί μέσα της. Ήταν το καλό και το κακό μαζί υπερθετικά, το σωστό και το λάθος. Γενετική παραλλακτικότητα αλλα κι αιμομιξία , ευλογία και κατάρα μαζί.
Αυτή όπου σχεδόν από βίτσιο χρόνια τώρα χαρίζει γεύματα σε γείτονες, περαστικούς, αλιτήριους και επιχειρηματίες ποτέ δεν το τόλμησε. Ποτέ δεν τόλμησε αυτό που η αθεόφοβη  μάνα της, έκανε – και ποτέ δεν το μετάνιωσε -  να σκοτώσει τον άνδρα της ρίχνοντας εκείνο το κακό βοτάνι που το λέγανε δαιμοναριά στο φαγητό του… Πάντα Αυτή δίσταζε και δεν το έκανε - μόνο που έκλεβε κάτι απ΄ όλους αυτούς τους άνδρες των δείπνων, υλικό, χωρίς αυτοί ποτέ να το καταλάβουν.
Και όταν μάζευε αρκετά τα έστελνε με μικρά δεματάκια σε τυχαίες -κι αυτή – παρόμοια με τον Τζών -  διευθύνσεις…
Μίλια μακριά Ο Μόζυ Μπέρνσταιν στον βιαστικά μιλώντας ακοινώνητο κόσμο του Μορφέα , βυθίστηκε  στην γλυκεία εξάρτηση εκείνου του πρωινού ονείρου μετά από μια κουραστική νύχτα κι  αρνιόταν να ξυπνήσει πριν αυτό τελειώσει αίσια.
Άρχισε  λίγα τέταρτα πριν την ανατολή του ήλιου όταν τα όνειρα είναι βαθιά σφαλιστά, Ερμητικά κι απαραβίαστα, βγαλμένα από τα σύβαθα της συλλογικής ασυνείδητης ψυχής σαν ζαλισμένο λεπιδόπτερο στο τέλος της άνοιξης με μια βέβαιη πορεία προς τη γη και τη μεταμόρφωση. Χάνοντας και τα τέσσερα φτερά του μεταμορφώθηκε αντίστροφα σε χρυσαλλίδα. Στιγμές μετά σε παιχνιδιάρικο καινοφανές σκουλήκι και χώθηκε  απρόθυμα σε μια γη που του λάχε σκληρή ξερή και άγονη… Το σώμα του Μόζυ αλλάζοντας πλευρό ξαγρύπνησε στιγμές ανήσυχα αλλά συνέχιζε να πεταρίσει τ΄ αστραποβόλα του βλέφαρα . Ήταν τώρα γαιοσκώληκας και μετά πυγολαμπίδα και φωσφόριζε κάτω από τη γη και τη γονιμοποιούσε  με λάμψεις, ηλεκτρισμό και υγρασία. Έξω ο Ήλιος είχε ανατείλει περήφανος ξανά και τον περίμενε…




Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

9.
 
Νέα Υόρκη,   Φλεβάρης  1931
 
-        Φίλε, μ’ ακούς; Είσαι καλά; είπε δυνατά, σχεδόν συλλαβιστά, ο Πωλ κρατώντας με τα δυο του χέρια το πρόσωπο του Τζων, για να διαπιστώσει αν είχε ακόμη τις αισθήσεις του. Ο χτυπημένος γέρος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του και κοίταξε τον Πωλ με το παθητικό, πληγωμένο αλλά πάντα σπινθηροβόλο βλέμμα του. Μουρμούρησε λόγια ακατάληπτα.
-   Η μέρα η μεγάλη…είναι πιθανό…φτάνουμε…
Παλιά, «αγαπημένη» συνήθεια του Πωλ ήταν να μπλέκεται σε βασανιστικά διλήμματα, ώσπου να πάρει μια απόφαση, ακόμα και για τα πιο μικρά, ασήμαντα πράγματα στη ζωή του. Το μυαλό του παγιδευόταν σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους και η ζωή του καθυστερούσε αναμένοντας συνεχώς το αποτέλεσμα στην ζυγαριά των αποφάσεων. Όμως τώρα, στη θέα της κοπέλας στη φωτογραφία οι κόρες των ματιών του διαστέλλονταν και οι παλμοί της καρδιάς του εκτινάσσονταν σε ένα πρωτόγνωρο ρυθμό. Χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες και παράλληλα χωρίς να έχει ιδέα τι θα κάνει, για πρώτη ίσως φορά δραπέτευε απ’ τον εαυτό του αντιδρώντας ενστικτωδώς.
- Ας μην καθόμαστε άλλο εδώ, χρειάζεσαι φροντίδα. Πάμε! Δίχως να χάσει λεπτό, πέρασε τα χέρια του κάτω απ’ τις μασχάλες του Τζων και με μια κίνηση τον σήκωσε. Υποβαστάζοντάς τον τόν έσυρε μέχρι το σπίτι του λίγα τετράγωνα παραπέρα.
 
 
 
Ο γέρο – Τζων είχε πέσει σε βαθύ λήθαργο στο κρεββάτι του Πωλ. Απολάμβανε τον πρώτο ήρεμο ύπνο μετά από πολλά χρόνια, έχοντας δεχτεί από έναν άγνωστο τη φροντίδα και τη θαλπωρή, που τόσο είχε στερηθεί. Στο διπλανό δωμάτιο ο Πωλ, αφού είχε περιποιηθεί την πληγή του γέρου και του είχε προσφέρει φαγητό και ζεστό τσάι, έψαχνε έναν τρόπο να αναβάλλει τη συνάντησή του με τη Λίμπυ.
 
Έχουν μείνει μόλις τέσσερις ώρες πριν το ραντεβού τους. Ο Πωλ κρατάει τώρα στα χέρια του τη φωτογραφία που πήρε κρυφά απ’ το γέρο, όταν του έβγαζε το παλτό του. Κοιτά την κοπέλα με τα αγορίστικα μαλλιά ψάχνοντας μάταια απαντήσεις στα ερωτηματικά που καρφώνονται σαν ριπές στο κεφάλι του.
 
 
 
Ποια είναι αυτή η γυναίκα;
Ο Πωλ σφίγγει τα δάχτυλά του γύρω απ’ τη φωτογραφία.
 
Τι σχέση έχει ο γέρος με αυτή;
Κοιτάει προς το υπνοδωμάτιο.
 
Γιατί η Λίμπυ τη θέλει νεκρή; Γιατί εκείνη να θέλει να με βγάλει απ’ τη μέση;
Ο ιδρώτας κυλάει στο πρόσωπό του.
 
Κι αν όλο αυτό είναι ένα ψέμα της Λίμπυ; Αν είναι η ίδια η Λίμπυ που με θέλει νεκρό; Αν κι ο γέρος είναι στο κόλπο της;
 
Ο Πωλ δεν μπορεί να σκεφτεί πια καθαρά, νιώθει να πνίγεται. Το βλέμμα του κατευθύνεται πότε προς το υπνοδωμάτιο και πότε προς το ρολόι. Οι δείκτες του φαίνονται τώρα να κυλούν πιο γρήγορα, σχεδόν απειλητικά, σαν να είναι κι εκείνοι μέρος του άγνωστου αλλά εις βάρος του σχεδίου.
 
 
 
Πρέπει να μιλήσει σε κάποιον. Να αποκαλύψει τα πάντα σε κάποιον που εμπιστεύεται, κάποιον που ενδιαφέρεται για εκείνον. Σηκώνεται.
 
- Έχεις λίγο χρόνο, Χίλντα;
- Ααααα! Τι ευχάριστη έκπληξη, Πωλ! Αααχ, πέρασε πέρασε, αν και με βρίσκεις σε αναστάτωση και το σπίτι…αχ μη με παρεξηγήσεις! Απ’ το πρωί….
Ο Πωλ το έχει ήδη μετανιώσει αλλά δεν έχει επιλογές.
- …έχω κάνει χίλιες δουλειές, ψώνια κι έχω άλλα τόσα να κάνω, συνέχιζε εκστασιασμένη η χήρα σηκώνοντας και χτυπώντας ένα   ένα τα μαξιλάρια του καναπέ. Περιμένω επισκέψεις, Πωλ! Θα φιλοξενήσω τον δεύτερο ξάδερφο του συγχωρεμένου του άντρα μου. Ο αγαπημένος μου, ο Μόζι Μπέρνσταιν φτάνει αύριο πρωί….!
 
 
Συνεχίζεται…