Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

20.



Η Μίρτλ έριξε μια έκπληκτη ματιά στο σκοτάδι που τύλιγε το δωμάτιο. Απορροφημένη καθώς ήταν στις έρευνές της διαπίστωσε ότι είχε χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου. Η αντιπαράθεση των λίγων – φριχτών - στοιχείων που είχε στα χέρια της, με τα θολά και σκόρπια που ανακάλυπτε στο διαδίκτυο, την είχε φτάσει στα όρια της εξάντλησης. Ένοιωσε την μοναξιά της να την κυκλώνει, αισθάνθηκε την συναισθηματική ασφυξία των αναπάντητων ερωτημάτων να την πνίγει.  Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στα σκόρπια φώτα της πόλης. «Φτάνει πια»… Κατέβασε το καπάκι του λάπτοπ της και αποφάσισε να βγει μια βόλτα, να συναντήσει ανθρώπους, να γνωρίσει επιτέλους την άγνωστη αυτή μακρινή της πατρίδα. Την τελευταία στιγμή, μηχανικά σχεδόν, μάζεψε τις φωτογραφίες και το ρημαγμένο ημερολόγιο και τα έχωσε μαζί με τα κλειδιά της στην τσάντα της.

Περιπλανήθηκε άσκοπα – πόσες άραγε ώρες – στα σκοτεινά δρομάκια και στο φωτισμένο κέντρο της πόλης. Το ξημέρωμα την βρήκε παγωμένη και μόνη, σε μια πατρίδα που της φαινόταν ένα μεγάλο αδιέξοδο. «Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Τι νόημα έχει να σκαλίζω όλες αυτές τις ιστορίες; Θραύσματα ενός αγγείου που νομίζω ότι μπορεί να με περιγράψει κι όμως ούτε το σχήμα του δεν έχω ακόμα συλλάβει… Κι αυτή η πόλη, κλεισμένη στον εαυτό της, ερμητική, πληκτική, ένα τίποτα. Θα σκότωνα για μια κούπα ζεστό καφέ….»

Τα βήματά της την έφεραν στην άκρη της πόλης, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Κάτι από την αίγλη των παλιών βρετανικών σιδηροδρόμων πλανιόταν στο μικρό ανακαινισμένο κτήριο. Το συμβούλιο της πόλης είχε αποφασίσει να το κηρύξει διατηρητέο και η πρώτη εντύπωση ήταν μαγευτική. Έσπρωξε την πόρτα του μικρού καφέ και αισθάνθηκε σαν να βρέθηκε με μια μαγική χρονομηχανή,  στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, τότε που γραφόταν η θλιβερή ιστορία της οικογένειάς της: Δερμάτινες πολυθρόνες και τραπεζάκια μπουαζερί, κομψοί πολυέλαιοι γκαζιού και γύψινα φατνώματα, πελώριοι καθρέφτες με βαριές αρ νουβό κορνίζες στους τοίχους, και η μυρωδιά του καφέ, του αληθινού καφέ να πλημμυρίζει το χώρο… Ακόμα και η ιδιοκτήτρια, μια ξερακιανή ηλικιωμένη βρετανίδα με το παλιομοδίτικο μακρύ της φόρεμα και την λευκή ποδιά της που φόρτωνε ξύλα στην μικρή ξυλόσομπα στο κέντρο της κομψής αίθουσας, ενίσχυε την ψευδαίσθηση.

Ώρες – πόσες; - αργότερα, ένοιωσε να ξυπνά, από την ληθαργική κατάσταση που την είχε ρίξει η κούραση και η θαλπωρή της ζεστής αίθουσας, σε σύγχυση. «Δεσποινίς, προσέξτε, θα πάρουν φωτιά τα πράγματά σας! Μα αυτή είναι η mafiosa!...» «Η mafiosa, τα πράγματά μου;» Σήκωσε τα μάτια της κι αντίκρισε τα ξεθωριασμένα γκρίζα μάτια της γυναίκας που την είχε σερβίρει. Τα είδε να καρφώνονται με απορία και θυμό σε μία από τις φωτογραφίες που είχε απλώσει  στο μικρό τραπεζάκι του καφέ. Η Μάντυ, λαμπερή και γεμάτη νιότη πόζαρε μπροστά σ’ έναν θαμπό καθρέφτη.

«Η mafiosa, πάνε ακριβώς 80 χρόνια που σκοτώθηκε σε κείνο τοανόητο δυστύχημα, εδώ ακριβώς, σ’ αυτόν τον σταθμό. Σχεδόν κανένας δεν έπαθε τίποτα, μα αυτής το κεφάλι βρέθηκε τσακισμένο, αν δεν είχε την ταυτότητα της μαζί, κανείς δεν θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. Εγώ ήμουν αγέννητη, αλλά σε μια τέτοια πόλη που ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό, οι ιστορίες ζουν πιο πολύ από τους ανθρώπους. Κι αυτός είναι το άλλο παιδί του αγύρτη του Τζών Σάντλερ, ο Μόζι, το μπάσταρδο της εβραίας… Πάρε παιδί μου την τσάντα σου από κει, η σόμπα καίει δυνατά και θα σου την καταστρέψει…» Μα τι λέει αυτή η γυναίκα; Η γιαγιά μου πέθανε πολλά χρόνια αργότερα, μια ευτυχισμένη ήρεμη γριούλα… «Μη φεύγετε, παρακαλώ, πρέπει να σας μιλήσω…». Μηχανικά η Μιρτλ άπλωσε το χέρι και τράβηξε την τσάντα της που την είχε παρατήσει αφηρημένα στα πόδια της ξυλόσομπας. Το πυρωμένο δέρμα της έκαψε τα δάκτυλα κι αντανακλαστικά, την ανάγκασε να την αφήσει πάλι να πέσει. Το περιεχόμενο σκόρπισε στο πάτωμα. Το παλιό και τριμμένο ημερολόγιο της φρίκης, έμεινε ανοιχτό στις τελευταίες άδειες κιτρινισμένες σελίδες. Και τότε το είδε. Οι άγραφες σελίδες, ζωντανεμένες λες από την φωτιά, είχαν γεμίσει γράμματα. Γράμματα νευρικά και θυμωμένα, αόρατα μέχρι πριν από λίγο. Γράμματα που κρατούσαν κρυμμένα μυστικά.

Nέα Υόρκη – 29 Μαΐου 1931

Ντίνγκ –Ντονγκ ο Κακός Μάγος είναι νεκρός. Τον είδα να πεθαίνει, είδα τον φόβο του, την έκπληξή του, την ικεσία του. Ο πατέρας που μας αγάπησε. Ο πατέρας που μας ξέχασε, ο πατέρας που μας σκότωσε. Ο εγωμανής τρελός με τα ετεροχρονισμένα γλυκόλογά του. «Κορούλα μου, κοριτσάκι μου…» Αυτός που ξέκανε τον ίδιο του τον γιό, τον μπάσταρδο, την ντροπή του, τον αγαπημένο μου αδελφό…. Και το καλύτερο απ’ όλα είναι ότι κι εγώ νεκρή είμαι, στην άλλη άκρη του ωκεανού, σ’ ένα τραπέζι νεκροτομείου, στο Φάκενχαμ…. Όλα έγιναν όπως τα είχα σχεδιάσει...

 

                                                      ………….Συνεχίζεται και τελειώνει ……………..




4 σχόλια:

  1. Ντίνγκ – Ντονγκ αυτό κι'αν είναι αναπάντεχο! Ωστε ήταν αδέρφια λοιπόν με τον Μοζέ; Εξαιρετική γραφή, εξαιρετική μουσική επένδυση, και ήδη χοροπηδάω για να μάθω το τέλος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι, δεν υπονοώ κάτι τέτοιο, ένα παλιοφαλοκρατικό γουρούνι ήταν. Αναφέρομαι στον Μάγο του Οζ και για να λυθούν οι παρεξηγήσεις, πρόσθεσα και σχετικό λινκ.

      Διαγραφή
  2. Αυτό μόλις τελειώσει να το πάτε σε ένα εκδοτικό οίκο. Είναι μάστερπις, όπως θα λέγαμε στα ελληνικά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλά, δεν σου λέω τίποτα. Έχουμε πλημμυρίσει στις προσφορές από εκδοτικούς οίκους, άσε που θέλει και το HBO να σταματήσει τα γυρίσματα του "Γαμε οφ Θρονες" και στη θέση του να ξεκινήσει την υπερπαραγωγή με τίτλο: "Δε γαμε οφ ποντικοδρόμιο''

      Διαγραφή