Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

10. Ο Κρεμασμένος





Τρεμάμενα απλώθηκαν τα μακριά ολόμαυρα χέρια του  Χανσέντ Γιουτζάγια στην κακόβουλη του κίνηση να ξεγεννήσει το βδελυρό κουκούλι.

- Μην τολμήσεις. Η λεπτή φωνή ακούστηκε  σαν κρύσταλλο από το λιγνό κοριτσάκι και έμεινε να αιωρείται στην σκοτεινή παγωνιά.

Μια ξαφνική κίνηση μέσα στο κουκούλι, έκανε τους πάντες να στραφούν ξανά προς το μέρος του.

Όταν από τα μάτια των γυναικών άρχιζαν να τρέχουν δάκρυα από αίμα, το κουκούλι είχε ήδη αρχίσει να διαρρηγνύεται και το απόκοσμο πλάσμα στριφογυρίζοντας σα σβούρα πετάχτηκε στο χώμα, λασπώθηκε και έκανε την μορφή του ακόμα πιο αλλόκοτη και μπερδεμένη.  

Ο Γύφτος που τόσην ώρα παρακολουθούσε μ΄ ένα ελαφρό μειδίαμα αμέτοχος τα τεκταινόμενα, παρατήρησε με την άκρη του ματιού τον Χανσέντ που ξεκούκιζε ένα ροζάριο μισοκρυμμένο μέσα στις πλατιές του χούφτες και ψιθύριζε κάτι εμμονικά.

Η Ταντίτα ήταν η πρώτη που φάνηκε να αντιδρά, σηκώθηκε παραπατώντας, μισότυφλη κι άρχισε να βοηθάει και τις άλλες να συνέλθουν. Με βήματα φοβισμένα, πλησίασαν το νεογέννητο παράδοξο πλάσμα. Στάθηκαν από πάνω του με κομμένη την ανάσα, μη ξέροντας τι να κάνουν. Τότε, η Ταντίτα άρπαξε την τράπουλα Ταρώ από την τσέπη της Εννυα και τράβηξε τρεις κάρτες, τις πέταξε στον αέρα και κείνες σαν μαγνητισμένες κατευθύνθηκαν στο νεογέννητο πλάσμα, μέχρι που ακουμπώντας το, μεταστοιχειώθηκαν, μεταμορφώθηκαν και το μεταμόρφωσαν.


Η ουρά του αρουραίου, στο άγγιγμα της κάρτας της Σελήνης μεταμορφώθηκαν σε πόδια ανθρώπινα, αλλά τι πόδια ήταν αυτά; Πανύψηλα και λιγνά σαν κλαράκια δέντρου που πρόχειρα αγκυροβόλησαν ανάλαφρα στο έδαφος. Η κάρτα της Δύναμης μετέτρεψε το σώμα της νυφίτσα σε ένα κορμό παράδοξο, που πιο πολύ θύμιζε το σχήμα του απείρου, η μιας κλεψύδρας που μετρά απρόθυμα τον άπειρο χρόνο, στημένο όρθιο, με χέρια εξίσου μακριά και λεπτά. Αλλά η πιο παράξενη μεταμόρφωση συντελέστηκε όταν η κάρτα του Κρεμασμένου άγγιξε το τόσο γνωστό και οικείο σχήμα του κεφαλιού του βρέφους.  Η κεφαλή του ιππόκαμπου μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους μετατράπηκε σε έναν «διάφανο» καθρέφτη.

                                                      ...Συνεχίζεται....

Επόμενη κάρτα: Ο Ήλιος.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

9. Η Σελήνη




    Ξύπνησα κάτω από το δέντρο μου, λίγα μέτρα πιο κάτω από το τροχόσπιτο του παράξενου. Μάλλον ξυπνήσαμε. Για άλλη μια φορά μαζί. Ταυτόχρονα. Όπως κάθε φορά. Αισθάνθηκα τα μάτια τους να ανοίγουν πρώτα, κάτω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Να κοιτούν μέσα από το σκοτάδι τους και εγώ, μες από τα μάτια τους, να βλέπω  για άλλη μια φορά τον κόσμο μεταφρασμένο.

    Ξυπνήσαμε από της φωνές του τύπου. Ακόμα δεν έχει καταλάβει τη γαμημένη του τη δύναμη, τη δύνη της ύπαρξής του; Νομίζει ακόμη πως είναι ο τυχαίος τουρίστας;     Δεν έχει καταλάβει το ρόλο που πρέπει να παίξει, ή μήπως εγώ μεταφράζω τα σημάδια λάθος; Μήπως δεν είναι ο αυτός ο ζωοδότης; Μήπως είναι ο «Άλλος»;
    Αυτές πάλι, ήξερα από την πρώτη στιγμή που τις είδα ποιες ήταν.  Νόμιζα πως ήξερα και γι αυτόν, τον παράξενο. 
    Χρόνια τους περίμενα, χωρίς να πιστεύω ότι θα αξιωθώ να ζήσω στ’ αλήθεια αυτή τη στιγμή. Κι όμως, τον δρόμο μου τον ήξερα από μωρό. Η μάνα μου, με το ένα της χέρι με κρατούσε αγκαλιά, στο βυζί και με τοάλλο έκοβε την τράπουλα. Κάθε μήνα όλα τα χρόνια, κάθε που η σελήνη γέμιζε, η τράπουλα έλυνε τη σιωπή της για να ψιθυρίσει ξανά και ξανά την ιστορία, το μελλούμενό μου.  Το παραμύθι της ζωής μου.

    Όμως περίμενα τόσα χρόνια που κόντεψα να απελπιστώ. Τα μαλλιά μου σκόρπισαν στον άνεμο και τα γένια μου άσπρισαν. Κι αν στο μεταξύ δεν είχα συναντήσει τη Γαλλίδα, θα έλεγα πως κι η τράπουλα λόγια του αέρα είναι, κι ας την είχε η μάνα μου ευαγγέλιο. Φτου! Πού να ήξερα... Ο τρελλός...
    Χρόνια στον ίδιο τόπο, να τους περιμένω. Χρόνια που μου ξέσκισαν το μυαλό. Κάθε πανσέληνο να λέω «τώρα θα έρθουν, τώρα», μα άδικα. Άδικα...
    Χρόνια που με περιγελούσαν όλοι. «Ο Τσιγγάνος που δεν ταξιδεύει ποτέ», «Ο τρελός Γύφτος που δέθηκε σαν γάιδαρος στο δέντρο». Που να ήξεραν... Ηλίθιοι...
   
Το θαύμα όμως, έχει συντελεστεί. Ο σπόρος έπεσε πριν από χρόνια εδώ, στον τόπο αυτό, κι ένωσε το παλιό με το καινούριο. Το δέντρο που φύτρωσε κάνει καρπούς σαν το μυαλό του ανθρώπου. Κάποιοι τα λένε μήλα του κίνδυνου....  Γελοίοι....


    Αλλά εγώ, στο μυαλό αυτό έφτυσα ψυχή, την πεμπτουσία. Γιατί ήρθε το πλήρωμα του χρόνου τα πολλά να γίνουν ένα.  
    
     Κι ο αιθέρας, η πεμπτουσία που σκόρπισα τους μάζεψε όλους εδώ. Να δουν το θαύμα. Τη γέννηση του κόσμου....Οι μαμές, οι ξεγεννήτρες της Θεάς.  Εδώ. 

Αρουραίος.
                                      Νυφίτσα.                                                                                                  Ιππόκαμπος.


Σ' αυτόν το σάκο που κρέμεται. 
Εδώ.  
Κυράδες και στοιχειά μου εδώ
                                                               
                                                                                 
Είμαστε κύκλος μέσα σε κύκλο, χωρίς αρχή και δίχως τέλος. 

Εδώ... 

    Ο μαυριδερός ο σχιστομάτης σκούζει. Φοβάται; Χαίρεται; Ξέρει; Παραμονεύει;
    
    Μαζευτήκανε. ¨Όλες τους. Κι αυτός. Καιρός να με γνωρίσουν στη δόξα μου.


 - Devlesa avilan[1].



                                                                                                      .....Συνεχίζεται.....




[1] Η Θεά σας έφερε εδώ.
[2] Είναι θέλημα Θεάς που σε βρήκαμε.




                                                                                                 Επόμενη κάρτα: Ο Κρεμασμένος