Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

6.

Παρίσι, Γενάρης 1931, 4 μήνες πριν το μεγάλο γεγονός.


Η Μαντλέν χάθηκε με αργά βήματα στο σκοτάδι καθώς η αυλαία έπεφτε. Μπήκε στο καμαρίνι της, έκλεισε την πόρτα μα τα χειροκροτήματα και τα σφυρίγματα μπορούσε ακόμα να τα ακούσει. Έμεινε για λίγο να κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Πέρασε το χέρι της πάνω απο τα τέλεια βαμμένα χείλια και μάτια της, μουτζουρώνοντας το πρόσωπο. Ξανακοίταξε ξανά τον εαυτό της, χαμογέλασε και άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα της παίζοντας με τον καθρέφτη σαν κοριτσάκι. Όταν ξαφνικά χτύπησε η πόρτα:
-Μαντλέν; Έχεις κάποιο μήνυμα! Ακούστηκε μια φωνή.
-Μια στιγμή, ανοίγω! Είπε και γρήγορα ξεβάφτηκε εντελώς και φόρεσε κάτι πρόχειρο.
Λίγο πριν ανοίξει όμως την πόρτα, μια μυστηριώδη αντρική φιγούρα ξεγλίστρισε στο καμαρίνι κρατώντας κάποιο γράμμα. Η Μαντλέν το διάβασε σιωπηλά.
-Και τι θα γίνει με εδώ; Ρώτησε μα ο άντρας δεν της απάντησε καν. Απλώς έφυγε.
Νέα Υόρκη λοιπόν ήταν ο νέος της προορισμός. Ενας προορισμός που χρόνια τον λαχταρούσε αλλά ποτέ δεν τόλμησε να κάνει το βήμα. Οχι πως ήθελε να αφήσει το Παρίσι, όλοι οι Αμερικάνοι τουρίστες διηγούταν μαύρες εικόνες απο την πατρίδα τους. Και ξαφνικά την έπιασε ένα άγχος. Οχι για τον τύπο που έπρεπε να σκοτώσει, κάποιον Πωλ, αλλά για τον πραγματικό λόγο που ήθελε να παει Νέα Υόρκη.





Νέα Υόρκη, Γενάρης 1931, 4 μήνες πριν το μεγάλο γεγονός.


Ο Πωλ είχε μόλις τελειώσει την δουλειά του, και αποκαμωμένος έφτανε για μια ακόμα φορά το έδαφος. Έβαλε όπως πάντα το λερωμένο μπουφάν στην πλάτη όταν μπροστά του σταμάτησε ένα αμάξι. Κατέβασε το τζάμι και φάνηκε η Λίμπυ. Μόλις την είδε ο Πωλ δυσανασχέτησε.
-Σας είπα, δεν ενδιαφέρομαι να μπω στις δουλειές σας. Πόσες φορές θα πρέπει να σας το πω;
-Μα αγαπητέ μου, θα δουλέψεις για τον Τζακ είτε το θέλεις είτε όχι.
-Τι εννοείτε;
Η Λίμπυ έβγαλε ένα ψεύτικο γελάκι.
-Ίσως κάποιος διέδωσε επίτηδες πως δουλεύεις για τον Τζακ... Και ίσως κάποιος σε θέλει ήδη νεκρό...
Ο Πωλ αγρίεψε απότομα.
-Μα τι λες; Ποιος με θέλει νεκρό; Εχετε τρελαθεί;
Η Λίμπυ του έδωσε μια φωτογραφία.
-Τα πράγματα είναι απλά Πωλ... Ή θα σκοτώσεις εσύ εκείνη... Ή θα σκοτώσει εκείνη εσένα...
Η Λίμπυ κάνει ένα νόημα στον σοφέρ και το αμάξι φεύγει.


Σαουθάμπτον. Τετάρτη, 10 Απριλίου 1912.


Ο Τζων έφτασε στο λιμάνι όπου πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί. Μόλις αντίκρισε το θεόρατο αυτό πλοίο που θα τον πήγαινε στην Αμερική, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ένα κοριτσάκι έτρεξε στα πόδια του και του τράβηξε το πατελόνι.
-Μπαμπά, μπαμπά, με αυτό θα φυγεις;
Ο Τζων την σήκωσε στην αγκαλιά του και αφου της έδωσε ένα φιλάκι της είπε:
-Μόλις ο μπαμπάς βρει δουλειά, θα πάρεις με την μαμά αυτό το πλοίο και θα έρθετε!
Η γυναίκα του Τζων πήρε την κόρη τους στην αγκαλιά της, φίλησε τον άντρα της, και τον άφησε να απομακρυνθεί ως την είσοδο του πλοίου.
-Το όνομα σας κύριε;
-Τζων. Τζων Σάντλερ.
-Ο κύριος θα σας συνοδέψει στην καμπίνα δεύτερης θέσης.
Ο Τζων μόλις τακτοποιήθηκε βγήκε στο κατάστρωμα για να αποχαίρετίσει την οικογένεια του. Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί τόσο στο κατάστρωμα του καραβιου όσο και στο λιμάνι. Κάποιοι είχαν πάει στο λιμάνι μόνο και μόνο για να δουν την αποχώρηση του μεγαλύτερου και πολυτελέστερου πλοίου που είχε κατασκευαστεί. Οι κάβοι λύσανε, το πλοίο άρχισε να αποχωρεί, και πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε...
 

2 σχόλια:

  1. Μπράβο! Δεξιοτεχνικό το συνταίριασμα όλων των προηγουμένων! Πήρες την καυτή πατάτα του προηγούμενου, και κατάφερες να την δέσεις σε ένα ενιαίο σύνολο με τα όσα έγραψαν όλοι! Και πάλι μπράβο Bat Rat!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Mετά από τόση έρευνα για τον Τιτανικό, θα έσκαγα αν δεν έβαζα έστω και μια αναφορά!

      Διαγραφή