Σάββατο, 31 Μαΐου 2014



8.


Νέα Υόρκη,   Φλεβάρης  1931


 Ο Γέρο Τζών έσυρε τα βήματά του  μέχρι  το συνηθισμένο μέρος, κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου στο Σέντραλ  Πάρκ  και ζάρωσε στην βάση του, προσπαθώντας να προφυλαχτεί από το κρύο τυλίγοντας σφιχτά γύρω του  το τριμμένο του παλτό.
Έβγαλε από την τσέπη του τις  φωτογραφίες και τις  κοίταξε ακόμη μια φορά.  Στην πρώτη μια νέα γυναίκα και ένα  χαριτωμένο μελαχρινό κοριτσάκι χαμογελούσαν  στο φακό αγκαλιασμένες. Η φωτογραφία ακτινοβολούσε αγάπη και είχε μια δύναμη που τον έκανε να μην μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της όταν ήταν ξεμέθυστος.  Δεν θυμόταν πώς έφτασε στα χέρια του, ούτε ποια ήταν τα πρόσωπα στη φωτογραφία. Του την έδωσαν με δύο τρία άλλα πράγματα όταν βγήκε από το άσυλο μερικά χρόνια πριν. Του είχαν πει τότε ότι την βρήκαν επάνω του όταν τον περισυνέλεξαν μισοπεθαμένο από την θάλασσα μετά το ναυάγιο. Ο ίδιος δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα απ’ όλα αυτά.  Τον βρήκαν άσχημα χτυπημένο στο κεφάλι και μισοπεθαμένο μέσα σε μια από τις βάρκες  του Τιτανικού.  Αφού ξεπέρασε τα εξωτερικά του τραύματα, νοσηλεύτηκε για πολλά χρόνια σε μια κλινική για ψυχικά ασθενείς  στο Μπρούκλιν, αλλά με την οικονομική κρίση, έκλεισε κι αυτή όπως τόσα άλλα και έτσι ο Τζων έμεινε άστεγος, προσπαθώντας να επιβιώσει στους δρόμους της πόλης. Μόνη του παρηγοριά το ποτό. Το ποτό και οι δύο αυτές φωτογραφίες. 

Η δεύτερη φωτογραφία δείχνει μια νέα κοπέλα με κοντά μαύρα μαλλιά, σχεδόν αγορίστικα, όπως συνήθιζαν οι σύγχρονες γυναίκες. Την είχε βρει  στην προθήκη ενός θεάτρου και του είπαν ότι είναι μια γνωστή τραγουδίστρια από την Ευρώπη.
Χωρίς να ξέρει γιατί, πήγαινε κάθε μέρα και την κοιτούσε. Από το πρωί ως το βράδυ. Στο τέλος, ο πορτιέρης  τον βαρέθηκε και του την έδωσε για να τον ξεφορτωθεί. Κάπου κάπου κοιτώντας τις φωτογραφίες, έρχονται στο νου του ήχοι και χρώματα, παιδικά γέλια , η φωνή μιας νέας γυναίκας να τραγουδά ένα νανούρισμα και  το πράσινο  χρώμα της εξοχής μετά την βροχή. Εκείνες τις στιγμές είναι σίγουρος ότι θα θυμηθεί. Όμως τελικά όλα γίνονται θολά ξανά και το μυαλό του πέφτει στην ατέλειωτη άβυσσο που τον τυλίγει συνήθως και απ’ όπου ξεπετάγονται οράματα καταστροφής. Μιας καταστροφής αναπόφευκτης, για την οποία πρέπει να προειδοποιήσει τους  άλλους ανθρώπους . Και έτσι ανεβαίνει στο βάθρο του αγάλματος και αρχίζει το παραλήρημα για τις αναδυόμενες πιθανότητες.


 Ο Πωλ περπατούσε γρήγορα, περνώντας μέσα από το πάρκο, καθώς γύριζε στο σπίτι μετά την δουλειά. Είχε συμφωνήσει να συναντήσει την Λίμπυ σήμερα το βράδυ. Έπρεπε επιτέλους να ξεκαθαρίσει την υπόθεση και να της δώσει να καταλάβει ότι  αυτό που συνέβη μεταξύ τους είχε τελειώσει.  Έτσι κι αλλιώς ήταν λάθος από την αρχή ως το τέλος.  Δεν έπρεπε να δεχτεί την πρόταση του Ντάιαμοντ να γίνει ο σωματοφύλακας της Λίμπυ και πολύ περισσότερο δεν έπρεπε να μπλεχτεί μαζί της. Της το είχε εξηγήσει, αλλά αυτή δεν φαινόταν να το καταλαβαίνει. Έτσι μήνυσε στον Ντάιαμοντ ότι παραιτείται και ξανάπιασε την παλιά του δουλειά. Η Λίμπυ όμως  είχε πεισμώσει και μια όμορφη γυναίκα όταν την παρατάνε μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Ιδίως όταν η συγκεκριμένη όμορφη γυναίκα  έχει πάρε δώσε με γκάγκστερ.  Είχε φτάσει στο σημείο να τον εκβιάζει ότι θα τα έλεγε όλα στον Ντάιαμοντ αν δεν της έκανε αυτό που του ζητούσε : να βρει και να βγάλει από την μέση μια άγνωστή του γυναίκα. Ο Πωλ ούτε ήξερε, ούτε ήθελε να μάθει γιατί η Λίμπυ μπορεί να ήθελε κάτι τέτοιο και τι της είχε κάνει η άλλη .  Είχε ρίξει μια ματιά μόνο στην φωτογραφία που έδειχνε μια μελαχρινή καλλονή με κοντά – σχεδόν αγορίστικα μαλλιά και της την είχε δώσει πίσω.  

   
Τον Πωλ έβγαλε από τις σκέψεις του το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο γύρω από το άγαλμα του Κολόμβου και χάζευε έναν τρελό που έβγαζε  λόγο για μια επικείμενη καταστροφή. Κοντοστάθηκε λίγο να ακούσει  πλησιάζοντας  στο βάθρο. Ο τύπος  φώναζε με όλη του τη δύναμη και το κοινό του το διασκέδαζε πετώντας του χοντράδες. Κάποιος όμως αποφάσισε ότι εκτός από λόγια θα ήταν διασκεδαστικό να πετάξει στον τρελό και κάτι βαρύτερο, έτσι μια πέτρα βρήκε τον άμοιρο  τον τρελό πάνω από το φρύδι και τον έριξε κάτω αιμόφυρτο. 
Γύρισε να δει ποιος το είχε κάνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Όταν ξαναέστρεψε  την προσοχή του προς το άγαλμα είδε ότι ο κόσμος απομακρυνόταν αδιάφορος από τον τραυματία.  Πλησίασε να δει αν ο άτυχος άνθρωπος ήταν καλά και τότε ήταν που πρόσεξε τη φωτογραφία που κρατούσε στο χέρι του ο τρελός. Ήταν η  ίδια με κείνη που του είχε δείξει η Λίμπυ.

Συνεχίζεται..........................

8 σχόλια:

  1. Πωπω, είμαι κατενθουσιασμένος με το πως περιπλέκονται τα πράγματα και ταυτόχρονα δένουν οι πρωταγωνιστές μεταξύ τους. Είμαι εξαιρετικά περίεργος να δω την αντίδραση του Πωλ στον Τζον και το αντίστροφο σε σχέση με την φωτογραφία. Θα αναπτυχθεί φιλία, έχθρα ή θα προσπεράσει τον Τζον; Διαβολικό pontifix....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θεϊκό, θα έλεγα,τέκνον μου! Την συνεχεια την ξέρει μονο ο Υψιστος ( και ο επόμενος στη σειρά)!

      Διαγραφή
  2. Υπάρχουν ποντικοδρόμια σαν χαλιά, κάποια σαν μοκέτες, το δικό μας νομίζω τίνει να γίνει ταπιτουργία ολόκληρη. Καλά, παίδες, δεν νομίζω να πιστεύει κανείς από μας, οτι θα τελειώσουμε πριν τα Χριστούγεννα. Πολύ το γουστάρω το σκηνικό....
    Ευτυχές το 2015...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αν συνεχίσουμε έτσι και το 2016!

      Διαγραφή
    2. Ένα θα σου πω: ξεκίνησα σεμινάριο εγκληματολογίας... Ρουθούνι δε θα μείνε και θα καλύψω και τα ίχνη....

      Διαγραφή
  3. Μόλις κατάφερα και διάβασα όσα κεφάλαια είχα χάσει, διότι έλειπα ταξίδι για δουλειές.
    Το μυθιστόρημά σας με έχει καθηλώσει!
    Εύγε σε όλα τα ποντίκια, αλλά και στις γάτες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. EKTAKTO ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:
    ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΕΘΕΑΘΗΣΑΝ ΔΥΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ποντικόδεντρο, με τρομάζεις! Ευτυχώς υπάρχει και η συν-Blogger, που ετοιμάζεται να βγάλει από την μέση μερικούς ήρωες που έχουν παλιώσει και μας πιάνουν χώρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή