Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

16

Νέα Υόρκη, 31 Μαρτίου 1931
 
Η Χίλντα έβαλε μπροστά σε όλους ένα πιατάκι με λίγη πουτίγκα λεμονιού. Η Λίμπυ κοίταξε γύρω από το τραπέζι. Η μόνη κενή θέση ήταν δίπλα στον Μόζι. Κατευθύνθηκε προς εκείνη την θέση και μόλις έφτασε έβγαλε το παλτό της. Ο Μόζι έκανε την καρέκλα του λίγο πιο μακριά από την Λίμπυ. Όλοι είχαν μείνει με μια μεγάλη απορία.
-Έλεγα λοιπόν πως είναι η ώρα να πέσουν οι μάσκες. Επανέλαβε η Χίλντα. Από το πρόσωπο σας φαίνεται η απορία σας όμως όλοι σας ξέρετε ότι δεν είμαστε αθώοι όπως θέλουμε να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας.
-Χίλντα, μα τι είναι αυτά που λες; Καινούριο είναι πάλι αυτό; Ρώτησε ο Πωλ εκνευρισμένος.
-Εμένα γιατί με κάλεσες εδώ; Ρώτησε η Λίμπυ
Ξαφνικά άρχισαν να μιλάνε όλοι ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποιος έκανε χειρονομίες, άλλος σηκωνόταν να φύγει. Ξαφνικά ο Τζων άρχισε να ουρλιάζει με μανία και να αλλάζει τα πιατάκια της πουτίγκας στο τραπέζι. Τα μάτια της Χίλντας κοίταζαν να δει που βρισκόταν το δικό της κομμάτι και το πήρε πίσω.  
-Ορίστε, τον αγριέψατε! Ούρλιαξε ο Μόζι και προσπάθησε να ηρεμήσει τον Τζων. Λίγη ησυχία λοιπόν να δούμε επιτέλους τι θέλει να μας πει η Χίλντα.
Η Χίλντα παίρνει μια βαθιά ανάσα, και τρώει ένα κομμάτι από την πουτίγκα της.
-Έλεγα λοιπόν ότι ήρθε η στιγμή  να πέσουν οι μάσκες.
Όμως η πόρτα που χτύπησε την διέκοψε για ακόμα μια φορά.
-Περιμένουμε και άλλους για να πέσουν οι μάσκες; Ρώτησε ο Μόζι ειρωνεύοντας
-Όχι… Απάντησε με μεγάλη απορία και πήγε να ανοίξει την πόρτα.
Ενας περίεργος τύπος στεκόταν στην πόρτα φορώντας ένα καπέλο. Περίεργο καθώς ήταν βράδυ.
 
 
-Καλησπέρα σας. Είμαι ο Ντεντέκτιβ Σκαρ και νομίζω πως έχετε εδώ κάποιον Τζων Σάντλερ…
Μπήκε μέσα στο σπίτι και έπειτα ακολούθησε η Ρεντ….
-Μαντλεν; Είπε έκπληκτος ο Μόζι
-Πατέρα! Φώναξε κλαίγοντας καθώς τον έσφιγγε στην αγκαλιά της.
Ο Τζων όμως ήταν ψυχρός… Την κοίταξε λίγο μέσα στα μάτια… Και ξαφνικά το πρόσωπο του έλαμψε.
-Κόρη μου! Κοριτσάκι μου! Ζωή μου! Ψυχή μου!
Όλοι είχαν μείνει κόκκαλο. Ήταν τόσο συγκινητική η στιγμή. Και ξαφνικά… Ακούστηκε ένας γδούπος… Η Χίλντα είχε πέσει αναίσθητη στο πάτωμα.
Ο Σκαρ έτρεξε πάνω της και κοίταξε τον σφυγμό της. Οι υπόλοιποι έτρεξαν γύρω της
-Είναι νεκρή… Σίγουρα κάποιος την δηλητηρίασε… Ψέλλισε κλείνοντας τα μάτια της Χίλντας. Θα έρθετε όλοι μαζί μου στο τμήμα.
-Μα τι είναι αυτά τα πράγματα; Για ποιο πράγμα μας κατηγορείς; Ρώτησε ο Πωλ.
Ο Σκαρ τράβηξε από το μπράτσο τον Πωλ και από την άλλη την Λίμπυ.
-Να έρθουμε και εμείς; Ρώτησε η Ρεντ / Μαντλέν
-Όχι εσείς.. Σίγουρα θα έχετε πολλά να πείτε….
Σε λίγη ώρα είχε καταφθάσει η αστυνομία, πήραν το πτώμα της Χίλντας και οδήγησαν την Λίμπυ, τον Μόζι και τον Πωλ στο τμήμα. Ο Σκαρ ήταν μαζί τους.
Πατέρας και κόρη είχαν μείνει πίσω και ήταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου χωρίς να μιλάνε….
-Μπαμπά δεν ξέρεις πόσο καιρό σε ψάχνω… Πόσο μου έχεις λείψει…
-Και μένα μου είχες λείψει… Αλλά ήξερα πως είσαι καλά…
-Πως το ήξερες; Ρώτησε η Μαντλέν περιμένοντας να ακούσει τι είναι αυτό μέσα του που του το έλεγε…
-Από ποιον νομίζεις πως έπαιρνες τις εντολές όλο αυτό τον καιρό; Είπε ο Τζων με ένα χαμογελάκι. Η Μαντλέν πάγωσε.
-ΕΣΥ; Μα… Πως… Αφού ο Σκαρ μου είπες ότι τα είχες χάσει…. Ότι… έχεις αποτρελαθεί μετά το ναυάγιο….
-Μαντλέν καλή μου… Ξέρεις πολύ καλά ότι όλοι χρειαζόμαστε ένα άλλοθι…
 
 
Συνεχίζεται....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου